Τρίτη 20 Φεβ 2018 17:35      

Το 30% των Ελλήνων αγροτών λαμβάνει το 80% της στήριξης

Σημαντικά, και άκρως ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία που αποκαλύπτει η έρευνα επιστημονικής ομάδας για την αποτίμηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ 2014-2020) στην Ελληνική Γεωργία και Κτηνοτροφία. Όπως προκύπτει, η άνιση κατανομή των άμεσων ενισχύσεων με την εφαρμογή της ΚΑΠ 2014-2020 έχει περιοριστεί ελάχιστα. Παράλληλα, όσο αυξάνεται το οικονομικό μέγεθος μιας εκμετάλλευσης τόσο μειώνεται η εξάρτησή της από τις επιδοτήσεις. Ωστόσο, οι μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις έχουν μεγαλύτερο μερίδιο στις συνδεδεμένες ενισχύσεις.

Αντίθετα, στις μικρές εκμεταλλεύσεις, η συμβολή των άμεσων ενισχύσεων είναι καθοριστική για τα οικονομικά τους. Κατά συνέπεια, ο περιορισμός τους θα πλήξει κυρίως τις μικρές εκμεταλλεύσεις, που αποτελούν το 70% του συνόλου των εκμεταλλεύσεων της χώρας, οι οποίες όμως, από την άλλη, συμβάλλουν μόνο σε ποσοστό 20% στη διαμόρφωση της εγχώριας αξίας παραγωγής.

Το 70% της εγχώριας αξίας παραγωγής δημιουργείται από το 29% των εκμεταλλεύσεων της χώρας, οι οποίες αποτελούν και την πραγματική παραγωγική βάση. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μεγαλύτερες αγροτικές μονάδες, οι οποίες έχουν χαρακτηριστικά επιχειρήσεων και μικρή -αναλογικά- εξάρτηση από ενισχύσεις, ανήκουν σε νεότερους παραγωγούς. Μάλιστα, οι ερευνητές σημειώνουν ότι φαίνεται πως τα προγράμματα νέων αγροτών έπαιξαν ρόλο στην αναζωογόνηση του αγροτικού πληθυσμού.

 

Μεγάλο το ειδικό βάρος των ελαιοκομικών εκμεταλλεύσεων

Στη συγκεκριμένη μελέτη, όπως απεικονίζεται στο Σχήμα…, οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις κατατάχθηκαν από τους ερευνητές ανά κλάδο ανάλογα με την αγροτική δραστηριότητα από την οποία προέρχεται το 75% των χρημάτων που λαμβάνει ο παραγωγός. Έτσι, μια ελαιοκομική εκμετάλλευση σημαίνει ότι οι πληρωμές για τον αγρότη προέρχονται κυρίως από την καλλιέργεια ελιάς, αλλά αυτό δεν αποκλείει την πιθανότητα να έχει και άλλου είδους αγροτική δραστηριότητα. Οι ελαιοκομικές είναι οι περισσότερες αγροτικές εκμεταλλεύσεις στη χώρα, αγγίζοντας τις 265.000, ωστόσο, παρουσιάζουν σημαντική μείωση τόσο το 2014/2015 όσο και το 2015/2016. Αντίθετα, οι αροτραίες καλλιέργειες, περίπου 125.000, σημείωσαν αύξηση στο ίδιο χρονικό διάστημα. Μείωση παρουσίασε και ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων που έχει ως βασική πηγή πληρωμών τα δημητριακά, περίπου 30.000 εκμεταλλεύσεις. Όπως φαίνεται από τα στοιχεία, οι βασικότερες αλλαγές, όσον αφορά τις καλλιέργειες, συνέβησαν τον πρώτο χρόνο εφαρμογής της νέας ΚΑΠ.

 

Κυριαρχεί η ενοικίαση γης

Μεγάλο ποσοστό της γεωργικής γης στην Ελλάδα είναι ενοικιαζόμενο, και πιο συγκεκριμένα, σε ποσοστό 69% στο σύνολο της χώρας το 2015 και 64% το 2016. Οι κτηνοτρόφοι βοοειδών και προβάτων χρησιμοποιούν ενοικιαζόμενη έκταση σε ποσοστό 90%- 95%, μέγεθος που προκύπτει κυρίως από τη χρήση των εκτάσεων για βόσκηση. Στην ελαιοκομία, το ποσοστό της ενοικιαζόμενης γης είναι 67%, ενώ στις αροτραίες καλλιέργειες και στο βαμβάκι διαμορφώνεται στο 59%.

Οικονομικό μέγεθος και ηλικία

Όπως απεικονίζεται στο Σχήμα…, όσο μικρότερη είναι η οικονομική αξία μιας εκμετάλλευσης, τόσο μεγαλύτερη είναι η ηλικία του ιδιοκτήτη της. Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι εκμεταλλεύσεις με αμελητέο οικονομικό μέγεθος, δηλαδή κάτω των 2.000 ευρώ, έχουν αρχηγό μέσης ηλικίας 61,4 ετών. Οι εκμεταλλεύσεις μικρού οικονομικού μεγέθους από 2.000-8.000 ευρώ έχουν αρχηγό μέσης ηλικίας 60,3 ετών, ενώ οικονομικό μέγεθος εκμετάλλευσης και ηλικία αρχηγού είναι μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα. Όπως φαίνεται, οι μεγάλες εκμεταλλεύσεις πάνω από 50.000- 100.000 ευρώ, από 100.000 – 500.000 ευρώ, αλλά και εκείνες με οικονομικό μέγεθος πάνω από 500.000 ευρώ ανήκουν σε ανθρώπους μέσης ηλικίας 49 ετών. Οι μεγάλες και επιχειρηματικές αγροτικές μονάδες έχουν λοιπόν νέους αρχηγούς.

Κλαδική εξειδίκευση και ηλικία παραγωγού 

Με βάση τα στοιχεία της έρευνας, «προτίμηση» στα βοοειδή δείχνουν οι πιο νέοι Έλληνες αγρότες. Με βάση τα στοιχεία, ο μέσος όρος ηλικίας για τους κατόχους μονάδων εκτροφής βοοειδών είναι 48,6 έτη. «Πρόκειται για σύγχρονες εντατικές ενσταβλισμένες μονάδες, που συνήθως έχουν συμβόλαια με εταιρείες στον κλάδο των γαλακτοκομικών», αναφέρει στην «ΥΧ» ο πρόεδρος του Τμήματος Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης, Στάθης Κλωνάρης. Αντίστοιχες μονάδες υπάρχουν και στον κλάδο της αιγοπροβατοτροφίας.

Σε ηλικία 50,2 ετών είναι και όσοι απασχολούνται με την καλλιέργεια καπνού. Πρόκειται ουσιαστικά για τη νέα γενιά καπνοπαραγωγών που, όταν οι παλιοί έφυγαν από τον κλάδο με τα κίνητρα που δόθηκαν από τα μέτρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ασχολήθηκαν με συγκεκριμένες ποικιλίες που έχουν ζήτηση από τις βιομηχανίες σε συγκεκριμένες περιοχές, όπως π.χ. Αιτωλοακαρνανία.

Όταν πρόκειται για περισσότερο εκτατικές καλλιέργειες, τα στοιχεία δείχνουν ότι και η ηλικία των αγροτών αυξάνεται. Έτσι, ο μέσος όρος σε ηλικία όσων καλλιεργούν βαμβάκι είναι 57,27 έτη, ενώ στα εσπεριδοειδή ο μέσος όρος ηλικίας των αρχηγών της εκμετάλλευσης είναι 61,85 έτη. Με ελαιοκομία ασχολούνται οι μεγαλύτεροι ηλικιακά αγρότες, με μέσο όρο ηλικίας τα 62,9 έτη.

Αξία παραγωγής και άμεσες ενισχύσεις

Σύμφωνα με το Σχήμα…, όπως δείχνει και η επεξεργασία των στοιχείων πληρωμών του ΟΠΕΚΕΠΕ των ετών 2015-2016, αναφορικά με τη συμβολή των άμεσων ενισχύσεων στο γεωργικό εισόδημα, το 65,9% των αγροτών παίρνει το 28% των άμεσων ενισχύσεων στην Ελλάδα και παράγει το 20,1% της «τυπικής αξίας παραγωγής». Παράλληλα, το 33,4% παίρνει το 66% των ενισχύσεων και παράγει το 67,2% «τυπικής αξίας παραγωγής».

Είναι, όμως, αξιοσημείωτο ότι ένας ελάχιστος σχετικά αριθμός παραγωγών λαμβάνει μικρό ποσοστό ενισχύσεων, αν και παράγει αναλογικά μεγάλο τμήμα της «τυπικής αξίας παραγωγής». Συγκεκριμένα, το 0,7% των αγροτών εισπράττει το 6,1% των ενισχύσεων και παράγει το 12,7% της τυπικής αξίας παραγωγής.

Τι ενισχύσεις, όμως, λαμβάνουν οι αγρότες ανά οικονομικό μέγεθος; Όσο αυξάνεται η οικονομική αξία της εκμετάλλευσης τόσο μειώνεται το ποσοστό συμμετοχής των άμεσων ενισχύσεων (Α Πυλώνας) στο τελικό οικονομικό μέγεθος.  Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι όσο αυξάνεται το οικονομικό μέγεθος της εκμετάλλευσης, τόσο μεγαλύτερο ποσοστό ενισχύσεων προέρχεται από συνδεδεμένες ενισχύσεις. Για τις εκμεταλλεύσεις οικονομικού μεγέθους κάτω των 2.000 ευρώ, τα 714 ευρώ κατά μέσο όρο προέρχονται από ενισχύσεις. Στις εκμεταλλεύσεις από 2.000- 8.000 ευρώ, τα 1.590 ευρώ προέρχονται από ενισχύσεις.

Αντίστοιχα, στις εκμεταλλεύσεις από 8.000-25.000 ευρώ, ποσό 4.325 ευρώ (κατά μέσο όρο) προέρχεται από ενισχύσεις, στις εκμεταλλεύσεις με οικονομικό μέγεθος από 100.000 ευρώ έως 500.000 ευρώ, οι ενισχύσεις κατά μέσο όρο είναι 25.115 ευρώ, ενώ στις μεγάλες επιχειρηματικές μονάδες οικονομικού μεγέθους άνω των 500.000 ευρώ οι ενισχύσεις είναι μόνο 30.953 ευρώ κατά μέσο όρο. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι το 25% αυτών των ενισχύσεων προέρχεται από συνδεδεμένες με το είδος της καλλιέργειας επιδοτήσεις.

Το ποσοστό των ενισχύσεων (στα στοιχεία υπολογίζονται επίσης και οι αποζημιώσεις) στο εισόδημα για τις μικρές εκμεταλλεύσεις είναι πολύ μεγάλο, ενώ αντίστοιχα στις μεγάλες πολύ μικρό, της τάξης του 2,7%. Όπως δείχνει η μελέτη του Πανεπιστημίου, η εφαρμογή της ΚΑΠ 2014-2020 στην Ελλάδα ελάχιστα επηρέασε τον δείκτη ανισοκατανομής των επιδοτήσεων σε σχέση με τον αριθμό των δικαιούχων.

Συγκεκριμένα, το 80% των δικαιούχων λαμβάνει το 30% των ενισχύσεων και η αλλαγή της ΚΑΠ δεν διόρθωσε πολύ τα πράγματα. Όπως τονίζει στην «Ύπαιθρος Χώρα» ο κ. Στάθης Κλωνάρης, εφόσον οι ενισχύσεις δίνονται στη γη με βάση τα στρέμματα, είναι λογικό ότι όποιος έχει περισσότερα στρέμματα θα λαμβάνει και μεγαλύτερη ενίσχυση.

Συμμετοχή των άμεσων ενισχύσεων ανά κλάδο παραγωγής

Όπως απεικονίζεται στο Σχήμα…, το 3,10% των εκμεταλλεύσεων που λαμβάνουν ενισχύσεις είναι οι βαμβακοκαλλιέργειες. Στη συγκεκριμένη καλλιέργεια, το 46% της προσόδου, του ακαθάριστου εισοδήματος δηλαδή, προέρχεται από ενισχύσεις. Επίσης, στις ελαιοκομικές εκμεταλλεύσεις, που αποτελούν το 40% των εξεταζόμενων εκμεταλλεύσεων, το 24,4% του εισοδήματος προέρχεται από ενισχύσεις. Στην προβατοτροφία, το 23,9% προέρχεται από ενισχύσεις στις αροτραίες καλλιέργειες και το 24,10 % του ακαθάριστου εισοδήματος προέρχεται από ενισχύσεις. Αντίθετα, πολύ χαμηλό είναι το ποσοστό της συμμετοχής των ενισχύσεων στο ακαθάριστο εισόδημα, σε τομείς όπως τα άνθη και τα κηπευτικά και η χοιροτροφία (καρποφάγα).

Η επιστημονική ομάδα έχει συσταθεί υπό τον γενικό γραμματέα, Χαράλαμπο Κασίμη, από επιστήμονες του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Συντονιστής είναι ο καθηγητής Κωνσταντίνος Τσιμπούκας, ενώ συμμετέχουν ο επίκουρος καθηγητής Γιώργος Βλάχος και πρόεδρος του Τμήματος Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης, Στάθης Κλωνάρης. Οι επιστήμονες επεξεργάστηκαν τα στοιχεία από τις πληρωμές των ετών 2014-2016. Στόχος είναι, με βάση τα στοιχεία που έχουν προκύψει, να διαμορφωθεί η ελληνική θέση σε σχέση με τη νέα ΚΑΠ μετά το 2020.

 

Αγροτικά Έλληνες αγρότες Στήριξη

Ακολουθήστε το "Ο.Β." στο twitter και κάντε like στην σελίδα μας στο facebook και μάθετε πρώτοι όλα όσα συμβαίνουν!

Scroll to Top