Σάββατο 18 Αυγ 2018 6:21      

Απόσπασμα από το βιβλίο του συμπολίτη μας Π. Καλπακτσόγλου | Το Πάσχα παλιά στην Κατερίνη

ΤΟ ΠΑΣΧΑ, ΠΑΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΗ

Το Πάσχα, στη μικρή τότε πόλη μας, είχε κάτι ανάμεσα στη λαμπρότητα του Πάσχα της μεγάλης πόλης και τη γραφικότητα του Πάσχα του χωριού.

Το Πάσχα άρχιζε τυπικά από το Σάββατο του Λαζάρου. Τότε σε μερικές γειτονιές της πόλης παιδιά έψαλλαν κάλαντα και έρχονταν να τα πουν και στη γειτονιά μου, που δεν είχε το έθιμο αυτό. Έψαλλαν :

Ήρθ’ ο Λάζαρος, ήρθε κι η Βαγιώ,
ήρθ’ η Κυριακή που τρώνε τον κολιό

Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι,
ήρθε η μέρα σου και η χαρά σου.

Που ‘σουν Λάζαρε; Που ‘σουν κρυμμένος;
Κάτω στους νεκρούς, αποθαμένος.

Δε μου φέρνετε, λίγο νεράκι,
που ‘ν’ το στόμα μου πικρό φαρμάκι.

Βάγια, βάγια και Βαγιώ

τρώμε ψάρι και κολιό

και την άλλη Κυριακή

τρώμε κόκκινο αυγό

Και του χρόνου!!!

Το φιλοδώρημα για τα κάλαντα αυτά ήταν εκτός από χρήματα και αυγά για βάψιμο.

Η Κυριακή των Βαΐων, ήταν τυπική με τον εκκλησιασμό και το μοίρασμα των βαγιών (φύλλα δάφνης) από την Εκκλησία, ένα από τα οποία οι άντρες το τοποθετούσαν στην μπουτονιέρα του σακακιού τους. Το μεσημεριανό γεύμα ήταν ψάρι, συνήθως μπακαλιάρος.

Η Μεγάλη Εβδομάδα χαρακτηριζόταν από τη νηστεία και τη Μετάληψη τη Μεγάλη Τετάρτη ή το Μέγα Σάββατο. Ακόμα από τον εκκλησιασμό κάθε βράδυ για την παρακολούθηση του Θείου Δράματος, το βάψιμο των αυγών, την παρασκευή των τσουρεκιών και τις προετοιμασίες για το γεύμα της Κυριακής του Πάσχα.

Ο πένθιμος τόνος δινόταν από το ραδιόφωνο στο οποίο όλοι οι Ελληνικοί σταθμοί του, έπαιζαν μόνο κλασσική μουσική. Οι κινηματογράφοι συναγωνίζονταν σε προβολές ταινιών με τα «Πάθη του Χριστού». Τις ταινίες αυτές τις παίζει τώρα η τηλεόραση τη Μεγάλη Εβδομάδα. Πάντως τότε τις παρακολουθούσαν οι μεγάλοι, αφού εμείς οι μικροί τις είχαμε δει την προηγούμενη εβδομάδα, πηγαίνοντας στην προβολή τους με το Σχολείο. 

Οι προετοιμασίες των γονέων αφορούσαν την προμήθεια του κρέατος, ενώ οι προετοιμασίες των μικρών επικεντρώνονταν στην προμήθεια βεγγαλικών και πυροτεχνημάτων.

Ολόκληρο αρνί για σούβλισμα προμηθεύονταν οι μεγάλες οικογένειες, που είχαν πολλά στόματα. Οι μικρότερες αλλά και οι οικονομικά ασθενέστερες προμηθεύονταν κομμάτια από αρνί. Βέβαια μπορώ να πω ότι ο οβελίας και το κοκορέτσι ήταν τότε έθιμο των εντοπίων. Οι προσφυγικής καταγωγής Κατερινιώτες είχαν ως έθιμο το αρνί στο φούρνο με πατάτες ή γεμιστό. Το Μέγα Σάββατο όλοι οι φούρνοι ήταν γεμάτοι από λαμαρίνες και ταψιά με ψητά αρνιά, που περίμεναν τους πελάτες τους να τα παραλάβουν μέχρι μία ώρα μετά την Ανάσταση. Έτσι και η οικογένειά μου το Πάσχα έτρωγε πάντοτε αρνί ψητό στο φούρνο. Τα ψήσιμο του οβελία γινόταν από λίγα σπίτια μετρημένα στα δάχτυλα.

Τα βεγγαλικά και τα θορυβώδηπυροτεχνήματα δεν απαγορεύονταν. Το πιο συνηθισμένο πασχαλινό πυροτέχνημα ήταν το «πιστόλι με τις τάπες». Ήταν ένα μεταλλικό (από φύλλα λαμαρίνας) πιστολάκι, το οποίο στην κάννη του δεχόταν μία τάπα από φελλό, που περιείχε μικρή ποσότητα εκρηκτικής ύλης, που έμοιαζε με πίτυρα. Το πιστόλι οπλιζόταν από ένα «κόκορα» που βρισκόταν στο πάνω μέρος του και όταν ο χειριστής του πίεζε την σκανδάλη απελευθερωνόταν μία περόνη (καρφί) στην κάννη του, η οποία προσέκρουε στη τάπα με τα εκρηκτικά και εκπυρσοκροτούσε κάνοντας μεγάλο θόρυβο. Ήταν βέβαια ένα επικίνδυνο παιγνίδι, αν και δεν ακούστηκε ποτέ κάποιο ατύχημα εκτός από το πιάσιμο κάποιου δάχτυλου στη σκανδάλη, επειδή αυτή δεν είχε προστατευτικό δακτύλιο. Τέτοιο πιστόλι και τάπες μπορούσε οποιοσδήποτε να προμηθευτεί ακόμη και από περίπτερο.

Άλλο πασχαλινό πυροτέχνημα ήταν το «βαρελότο ή καψούλι». Αυτό ήταν ένα μικρό χάρτινο πουγκάκι μεγέθους φουντουκιού, που μέσα του είχε λίγη εκρηκτική ύλη, που έμοιαζε με άμμο. Όταν  κάποιος πετούσε το πουγκάκι αυτό με δύναμη στο έδαφος, προκαλούνταν  έκρηξη που τρόμαζε τους ανύποπτους. Τα καψούλια επίσης πωλούνταν στα περίπτερα.

Το πιο θεαματικό όμως είδος ήταν το πυροτέχνημα-σαΐτα, ίδιο με αυτό που κατασκευάζεται και χρησιμοποιείται στο Βροντάδος της Χίου το Πάσχα (ρουκετοπόλεμος) και τυχαίνει μάλιστα ιδιαίτερης προβολής από τα ΜΜΕ, ως μοναδικό έθιμο στην Ελλάδα. Όμως αυτές οι ρουκέτες, όπως και τα αερόστατα (που τα πετούν το Πάσχα στο Λεωνίδιο και το γεγονός διαφημίζεται ανάλογα επίσης από τα ΜΜΕ) ήταν γνωστά και πετούσαν στην πόλη μας τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’50. Οι σαΐτες ήταν ακριβές και τις πωλούσαν υπαίθριοι πωλητές, που εμφανίζονταν στην πλατεία να πωλούν πασχαλινά είδη (μαγιές για τσουρέκια, μαχλέπι, κακουλέ, μπισαμπί, βαφές αυγών, λαμπάδες και όλα τα είδη των άλλων  πυροτεχνημάτων). Οι σαΐτες ρίχνονταν αποκλειστικά το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, με το που θα ψάλλονταν το «Χριστός Ανέστη».

Η Μεγάλη Παρασκευή χαρακτηριζόταν με έθιμα όπως τα σημερινά.

Η Ανάσταση στην ενορία της Θείας Ανάληψης γινόταν στην πλατεία Ελευθερίας από το Δεσπότη με πολλή μεγαλοπρέπεια. Άλλωστε ήταν και ο Μητροπολιτικός Ναός. Συμμετείχαν εκτός από το λαό και όλες οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές της πόλης με τα επίσημα ρούχα και στολές τους, συνοδευμένες από τη Μουσική του Δήμου και στρατιωτικό άγημα. Αν ο καιρός ήταν βροχερός, τότε η Ανάσταση γινόταν μέσα στον Ιερό Ναό.

Κάποια χρονιά ο Δεσπότης (Βαρνάβας) εναντιώθηκε στη χρήση πυροτεχνημάτων και γι’ αυτό η Χωροφυλακή, ύστερα από σύστασή του, έκανε κινήσεις περιορισμού τους. Το γεγονός αυτό ενόχλησε το λαό της πόλης, επειδή ήταν αντίθετος με την προσπάθεια κατάργησης ενός εθίμου, που ήταν άμεσα συνδεδεμένο με την Ανάσταση. Για το λόγο αυτό στην Ανάσταση πολλοί πολίτες, που βρήκαν τρόπο να προμηθευτούν σαΐτες, τις έστρεψαν ώστε να πέσουν επάνω στο Δεσπότη, στην  εξέδρα της Ανάστασης, όπου βρισκόταν. Αυτή η ενέργεια συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια και θυμάμαι ότι το βράδυ της Ανάστασης υπήρχε αρκετή αστυνόμευση από τη Χωροφυλακή, ωστε να μη στρέφουν ορισμένοι «πιστοί» τις σαΐτες τους εναντίον του Δεσπότη.

Μετά το «Χριστός Ανέστη» και παρά τις συστάσεις του Δεσπότη να τον ακολουθήσουν πίσω στο Ναό για την Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία, οι περισσότεροι «πιστοί» επέστρεφαν βιαστικά στα σπίτια τους, για να απολαύσουν τη «μαγειρίτσα», που τους περίμενε ζεστή. Η μαγειρίτσα είναι γνωστό ότι είναι αυγοκομμένη σούπα με ψιλοκομμένα εντόσθια αρνιού, κρεμμυδάκια, μαρούλια και άνηθο. Τη μαγειρίτσα που παρασκεύαζε η μητέρα μου την ονόμαζε «μπατζαβούσια», έδεσμα που δεν το έτρωγα. Νομίζω ότι διέφερε από τη μαγειρίτσα επειδή δεν ήταν σούπα και τρωγόταν με το πιρούνι. Τα μπατζαβούσια εξακολουθούν να είναι το αναστάσιμο γεύμα των εντοπίων της πόλης μας, ιδίως των Βλάχων στην καταγωγή.

Την Κυριακή του Πάσχα η προσοχή όλων ήταν στραμένη στο Πασχαλινό τραπέζι. Αν το Πάσχα έπεφτε ημερολογιακά αργά, το τραπέζι γινόταν στην αυλή του σπιτιού, κάτω από τη σκιά ενός υπόστεγου ή ενός δένδρου. Όσοι είχαν ραδιόφωνο το έβγαζαν έξω και είχαν την έντασή του στη διαπασών. Όλοι οι σταθμοί έπαιζαν δημοτικά τραγούδια και ο χορός δεν αργούσε να αρχίσει. Συνηθισμένο έθιμο ήταν η ανταλλαγή εδεσμάτων μεταξύ των γειτόνων. Το απόγευμα της Κυριακής πολλοί επισκέπτονταν το Δεσποτικό για να πάρουν ευχή από το Μητροπολίτη και ένα κόκκινο αυγό από το χέρι του. Σε μερικές γειτονιές αυτό το απόγευμα υπήρχε το έθιμο «κάψιμο του Ιούδα». Κατασκεύαζαν ένα αχυρένιο σκιάχτρο και το έκαιγαν κρεμασμένο. Σε μερικά χωριά άκουγα ότι το πυροβολούσαν με τα δίκαννα.

Μερικοί αποφάσιζαν να γιορτάσουν την Κυριακή του Πάσχα σε στρατιωτική μονάδα. Όλα τα στρατόπεδα της περιοχής το Πάσχα ήταν ανοικτά για τους πολίτες και ο εορτασμός ήταν λαμπρός με στολισμούς, ορχήστρες, χορευτικά συγκροτήματα και άφθονη κατανάλωση ψητού και κρασιού για όλους, στρατιώτες και επισκέπτες. Οι επισκέπτες συνήθως ήταν συγγενείς των στρατιωτών και φίλοι των αξιωματικών. Δεν παρέλειπαν βέβαια να παραβρεθούν οι τοπικές αρχές και αυτοί που το είχαν «σύστημα» να αποφεύγουν τα έξοδα του πασχαλινού τραπεζιού. Για την επιτυχία του πασχαλινού γλεντιού ο Διοικητής του στρατοπέδου φρόντιζε να δίνει άδεια στους μισούς στρατιώτες. Αυτοί θεωρούνταν οι τυχεροί, διότι οι άλλοι που έμεναν, «ξεκωλώνονταν» στην υπηρεσία και την αγγαρεία, ώστε ο εορτασμός να είναι αψεγάδιαστος και οι πολίτες όταν έφευγαν από τη γιορτή, να έχουν αίσθημα ικανοποίησης, για το πόσο καλά περνούν οι φαντάροι στο στρατό. Τη σημερινή εποχή νομίζω ότι αυτού του τύπου ο εορτασμός έχει καταργηθεί και περιορίζεται μόνο σε μερικές μονάδες της πρωτεύουσας.

Τη Δευτέρα του Πάσχα συνηθιζόταν στην πλατεία Ελευθερίας οι «αυγομαχίες», έθιμο που καθιέρωσαν οι ποντιακής καταγωγής Κατερινιώτες και με τον καιρό το αποδέχτηκαν και άλλοι. Μικροί και μεγάλοι, αναμετρούνταν  μεταξύ τους στο τσούγκρισμα πασχαλινών αυγών. Το σπασμένο αυγό το κατακρατούσε, αυτός που είχε στο τσούγκρισμα το γερό αυγό. Υπήρχαν περιπτώσεις που κάποιοι έφευγαν από την πλατεία έχοντας μαζέψει, ύστερα από τσούγκρισμα, σαράντα ή πενήντα σπασμένα αυγά. Τα άτομα αυτά αλλά και το αυγό τους ήταν για καιρό αντικείμενα συζήτησης από τον κόσμο.

Η συλλογή και η επιλογή των αυγών για την αυγομαχία αποτελούσε από μόνη της τέχνη. Οι «ειδικοί» τα δοκίμαζαν χτυπώντας τα στα δόντια τους και αποφαίνονταν για την καταλληλότητά τους. Τα αυγά αρχικά στην αυγομαχία ήταν βαμμένα, αλλά αργότερα επικράτησαν τα άβαφα, επειδή αποφασίστηκε να δοθεί διαφάνεια στη διαδικασία, επειδή τα αυγά άλλων πτηνών (π.χ. τα αυγά της Φραγκόκοτας, τα οποίο είναι πολύ δυνατά), μπορούσαν να καλυφθούν με το βάψιμο και αυτό δημιουργούσε προβλήματα αθέμιτου ανταγωνισμού. Επίσης στην αρχή μερικοί επιτήδειοι άδειαζαν από μια μικρή τρυπούλα το περιεχόμενο ενός άβραστου αυγού, το γέμιζαν με γύψο και αφού το έβαφαν κόκκινο, προσπαθούσαν να πάρουν μέρος στις αυγομαχίες. Άλλοι πάλι χρησιμοποιούσαν βαμμένο κόκκινο το ξύλινο αυγό του μανταρίσματος. Πολύ αργότερα οι αυγομαχίες άρχισαν να γίνονται οργανωμένα από Συλλόγους, με κανόνες και επιτροπή ελέγχου των αυγών. Ο τελικός νικητής, αυτός που το αυγό του θα έμενε το μοναδικό ανέπαφο, έπαιρνε τιμητικό κύπελλο.

Την Παρασκευή της Διακαινησίμου γινόταν πανηγύρι κάτω από τα πλατάνια της Παναγίας της Περίστασης, ημέρα εορτασμού της Ζωοδόχου Πηγής. Πάρα πολλές οικογένειες θεωρούσαν τη γιορτή σαν ευκαιρία εκδρομής και πήγαιναν από το πρωί στο πλατανοδασύλλιο, όπου προσπαθούσαν να πιάσουν ένα καλό μέρος κάτω από σκιά. Η μετακίνησή τους γινόταν με τα κάρα τους ή με τα αγοραία αυτοκίνητα της πόλης. Εκεί έστρωναν τις κουρελούδες τους, εναπόθεταν τα καλάθια με τα τρόφιμά τους και πήγαιναν στο μικρό εκκλησάκι για τη Λειτουργία. Όπως και σήμερα ο πολύς κόσμος ήταν έξω από το εκκλησάκι. Μετά τον εκκλησιασμό γύριζαν στο χώρο τους και άρχιζαν το ψήσιμο των κρεατικών τους. Λόγω του πλήθους του κόσμου, στο χώρο εγκαθίσταντο και επιχειρηματίες, που έστηναν τραπεζοκαθίσματα και διέθεταν εδέσματα και ποτά, πωλώντας τα σε όσους επισκέπτες δεν είχαν πάρει φαγητά μαζί τους. Το μεσημέρι εμφανίζονταν και πλανόδιοι οργανοπαίκτες, που γύριζαν από παρέα σε παρέα και έπαιζαν τις παραγγελίες τους για να χορέψουν. Αργά το απόγευμα οι εκδρομείς γύριζαν τραγουδώντας στα σπίτια τους. 

Βιβλίο Πάσχα Παρασκευάς Καλπακτσόγλου

Ακολουθήστε το "Ο.Β." στο twitter και κάντε like στην σελίδα μας στο facebook και μάθετε πρώτοι όλα όσα συμβαίνουν!

Scroll to Top