Τετάρτη 18 Σεπ 2019 10:40      

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αφιέρωμα στα Λείβηθρα

Γράφει ο Αδαμίδης Αναστάσιος – Γεώργιος

Τα Λείβηθρα, ονομαστή αρχαία πόλη με ακρόπολη, η πατρίδα του μυθικού Ορφέα, όπως την περιγράφει και ο Στράβων, είναι κτισμένα ανάμεσα στην Παλιά Λεπτοκαρυά και την Σκοτίνα, στην είσοδο της μεγάλης πτυχής που χωρίζει τον Κάτω από τον Άνω Όλυμπο. Στην περιοχή ρέουν αλλεπάλληλοι χείμαρροι που συμβάλλουν στην κοινή κοίτη του χειμάρρου Συν, της Ζηλιάνας, όπως λέγεται σήμερα. Αρχαιότερες ενδείξεις ζωής στην ακρόπολη είναι του 8ου αιώνα πΧ., αλλά τα γύρω νεκροταφεία ανάγονται τουλάχιστον ως τη μυκηναϊκή εποχή. Γειτονικές πόλεις είναι η Ηράκλεια ή Ηράκλειον, 3χλμ περίπου νότια των Λειβήθρων που σήμερα είναι κτισμένα τα χωριά του Παντελεήμονα και του Πλαταμώνα, με Ακρόπολη το σημείο που βρίσκεται σήμερα το Κάστρο του Πλαταμώνα, το οποίο ανέγειραν οι Ενετοί με τους ογκόλιθους που ήταν χτισμένη η παλαιά Ακρόπολη. Από τον Βορρά, σε απόσταση 6 χιλιομέτρων περίπου, ήταν η Πίμπλεια και το Δίον.

Ο αρχαιολογικός χώρος έχει συνολική έκταση πάνω από 1500 στρέμματα, περιλαμβάνει την πόλη, την Ακρόπολη, το Οινοποιείο, (αρχαιότερο στον ελλαδικό χώρο), τα Νεκροταφεία (νεκρόπολις, 1,5χλμ βορειοδυτικά της Σκοτίνας), κλπ., ενώ περιβάλλεται από τις κοίτες των χειμάρρων που καλύπτονται από αιωνόβιο πλατανόδασος. Αποτελεί συνέχεια του κηρυγμένου ιστορικού και αρχαιολογικού χώρου του ορεινού όγκου του Ολύμπου και περιλαμβάνει:

 

 

 

Την περιτειχισμένη αρχαία Ακρόπολη, (έκτασης 15 στρεμμάτων περίπου) που φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε στα ελληνιστικά χρόνια, τον 1ο αι. π.Χ., όπου τα Λείβηθρα καταστράφηκαν για ακόμη μια φορά από ισχυρό σεισμό και νεροποντή. Μέρος της έχει καταρρεύσει στην κοίτη του χειμάρρου Γρίβα, ενώ στις υπόλοιπες πλευρές σώζεται ο αρχαίος περίβολος, κτισμένος με γωνιασμένους λίθους. Τον αρχαίο οικισμό, που εκτείνεται στα υψώματα βορειοδυτικά της Ακρόπολης. Η κατοίκηση ήταν συνεχής στην περιοχή, από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι και τα βυζαντινά. Τα αρχαία Νεκροταφεία διαφόρων περιόδων, από τα προϊστορικά χρόνια έως και τα Ελληνιστικά (Μυκηναϊκά, Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου και των μετέπειτα ιστορικών χρόνων). Κατά την ανασκαφική έρευνα αποκαλύφθηκαν τμήματα τοίχων από αργολιθοδομή, δάπεδα εσωτερικών χώρων, εξωτερικά λιθόστρωτα, ενώ βρέθηκαν, επίσης, νομίσματα και ειδώλια. Κατά τις αναφορές του Πλουτάρχου, στη πόλη, ακόμη, υπήρχε άγαλμα του Ορφέως από ξύλο κυπαρισσιού.

 

Η ανασκαφή των Λειβήθρων, έμενε πάντα σε αναμονή, επειδή προτεραιότητα είχε η σωτηρία της ακρόπολης. Ο κίνδυνος προέκυπτε από τρεις χειμάρρους που δημιουργούν το πιο επικίνδυνο από τα ρέματα του Ολύμπου, τη Ζηλιάνα, τον αρχαίο Συν, καθώς συμβάλλουν σε κοινή κοίτη ακριβώς μπροστά στην ακρόπολη. Η αντιστήριξη των πρανών και η αναζήτηση χρηματοδότησης ήταν μία πολύχρονη διαδικασία, που θεραπεύτηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη σε μια μικρή σχετικά χρηματοδότηση από τα ΠΕΠ Κεντρικής Μακεδονίας. Έτσι, το 2003 και το 2004 ολοκληρώθηκε η προστασία των νότιων πρανών από τον Καβουρόλακκα, τον χείμαρρο της νότιας πλευράς. Η αντιστήριξη έγινε με συρμάτινα καλάθια γεμισμένα με αργόλιθους, που τοποθετήθηκαν κλιμακωτά από την κοίτη έως και ένα μεγάλο ύψος επάνω στα καταρρέοντα πρανή. Στη συνέχεια, συνεχίσθηκε με πασσαλόπηκτα άνδηρα, όπως παλιότερα στα βόρεια και ανατολικά πρανή. Κατά τη διάρκεια του τεχνικού έργου εντοπίστηκαν δύο λάκκοι, αποθέτες απορριμμάτων. Έγινε πρώτη φορά σαφές ότι τόσο στα νότια πρανή της ακρόπολης, όσο και στην απέναντι ακριβώς όχθη εκτείνεται ικανός αριθμός τέτοιων λάκκων, που σε μεγάλο βαθμό καταστράφηκαν από τον χείμαρρο. Οι δύο που ερευνήθηκαν περιείχαν μεγάλη ποσότητα κεραμικής, οστά, όστρεα και μικροαντικείμενα. Το υλικό είναι πολύ μεγάλο, και δεν έχει μελετηθεί πλήρως. Ακολουθεί ενδεικτική παρουσίαση φωτογραφικού υλικού. 

 

 
Κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα, πιθανόν, τα Λείβηθρα γνώρισαν σημαντική γεωλογική καταστροφή, όπου σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία, σχετικά με την καταστροφή των Λειβήθρων, ο Διόνυσος είχε χρησμοδοτήσει ότι “όταν ο Ήλιος δει τα οστά του Ορφέα, τότε ο Συς (= γουρούνι, αγριογούρουνο) θα καταστρέψει τα Λείβηθρα”. Από τότε κι έπειτα μεγάλο μέρος του πληθυσμού των Πιέρων της περιοχής των Λειβήθρων, μετακινήθηκαν νοτίως, φθάνοντας στην Στερεά Ελλάδα, όπου ίδρυσαν και εγκαταστάθηκαν στην Ελευσίνα. Η λέξη Ελευσίς-ίνος αναφέρεται για πρώτη φορά στον Ορφικό Ύμνο “Δήμητρος θυμίαμα”. Επιπλέον, ο Ησύχιος, αναφέρει, ότι το παλαιότερο όνομα της Ελευσίνας ήταν Σαισαρία. Σύμφωνα με το μύθο, η Σαισαρία ήταν η μικρότερη κόρη του βασιλιά Κελεού. Ο Κελεός, αναφέρεται ως ο πρώτος Ιεροφάντης και ότι πρώτος χειροτόνησε τις κόρες του Ιέρειες της θεάς Δήμητρας. Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, ο Κελεός ήταν ο οικιστής της Ελευσίνας, ο οποίος για να τιμήσει τον πατέρα, τον ήρωα Ελευσίνα, έδωσε το όνομά του στην πόλη, (εξού και η σχέση των Ορφικών με τα Ελευσίνια Μυστήρια).
 
Μεγάλο μέρος της κεραμικής, με πληθώρα τύπων, ποικίλουν, ως προς τη γεωγραφική τους προέλευση. Το χρονολογικό στίγμα της εποχής, είναι η Αρχαϊκή (6ος αι. π.Χ.). Υπάρχει όμως και μια ομάδα γραπτής κεραμικής, ίσως τοπικής και των περιχώρων, που δεν ταυτίζεται με γνωστά εργαστήρια. Πρόκειται για κοτύλες, βαθιά πινάκια και σκύφους. Ο πηλός είναι γκρίζος με αρκετή μαρμαρυγία και κακοτεχνίες στο ψήσιμο. Η διακόσμηση των κοτυλών γίνεται με ακτινωτά κοσμήματα πάνω από τη βάση, ολόβαφη ζώνη που καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το σώμα, και με στενή ζώνη στο χείλος, με πουλιά σε φωτεινό βάθος.
 
Γεωγραφικά, τα πλησιέστερα κεραμικά εργαστήρια, είναι του 5ου αιώνα στην Κρανιά του Ηρακλείου, αλλά το υλικό δεν ερευνήθηκε για σχέσεις. Υπάρχει και μία ομάδα μεγάλων γραπτών αγγείων (αμφορείς, κρατήρες και λεκάνες) από ερυθρό πηλό, καθαρό και με καλό ψήσιμο. Τη διακόσμηση αποτελούν ελεύθερα σχηματοποιημένα φυτικά κοσμήματα με ερυθρές πινελιές, που παραπέμπουν στα προπερσικά στρώματα της Ολύνθου. Το μεγαλύτερο ποσοστό της τοπικής αβαφούς κεραμικής είναι αμφορείς, χυτροειδή, οινοχόες, αρυτήρες και λεκάνες. Πρόκειται για καλής ποιότητας κεραμική με καλό ψήσιμο.
 

 
 
Η στιλβωμένη κεραμική (γκρίζα, μαύρη και κόκκινη) έχει παρόμοιο σχηματολόγιο όπως η αβαφής. Κατά κανόνα, η διακόσμηση γίνεται με πυκνές παράλληλες στιλβώσεις, όπως η προϊστορική κεραμική, αλλά και η αντίστοιχη κεραμική του 5ου αιώνα π.Χ., από τη γειτονική Κρανιά. Υπάρχει επίσης και διακόσμηση με χάραξη, μερικές φορές κυματοειδή και εντελώς όμοια με την κεραμική του τέλους του 8ου αιώνα π.Χ. που ανασκάφηκε επίσης στη Κρανιά.
 
Η κορινθιακή κεραμική ακολουθεί ποσοτικά την αττική. Συχνότερα σχήματα είναι οι κοτύλες, κιονωτοί κρατήρες και οινοχόες, χωρίς να λείπουν και οι σφαιρικοί αρύβαλλοι. Βλέπετε ένα όστρακο κρατήρα με παράσταση κωμαστών (CorinthVII, pl.70,An48)και όστρακα από κοτύλες, κρατήρες, εξάλειπτρα, αρύβαλλους κ.α.
Από την πολυάριθμη αττική κεραμική, βλέπετε θραύσματα ταινιωτής μικρογραφικής κύλικας με ιππέα, και μελανόμορφης κύλικας με γυναικεία ποδαράκια, μελανόμορφης κύλικας με ιππέα, και δεύτερο με δύο ανδρικές μορφές, μικρογραφικής ταινιωτής κύλικας με αντωπά πτηνά και μελανόμορφης κύλικας με αντωπές σφίγγες, μελανόμορφης κύλικας με σφίγγες και ταινιωτής κύλικας με πάνθηρα, μελανόμορφου αμφορέα με ενιαίο περίγραμμα με μορφές σε πομπή και κλειστού μελανόμορφου αγγείου με γυναικεία μορφή, κλειστού αγγείου με μελανόμορφη παράσταση Ερμή και μελανόμορφου κιονωτού κρατήρα με δύο πολεμιστές σε μάχη, και πολλά ακόμη.
 
Σπανιότερη τέλος, αλλά αρκετή, είναι η Χιακή κεραμική, γνωστή και ως ναυκρατική, μία κεραμική με πολύ ευρεία διάδοση αλλά μικρή σχετικά παραγωγή. Κυρίαρχο χαρακτηριστικό της είναι ότι καλύπτεται με παχύρρευστο διάλυμα λευκού πηλού που σχεδόν υαλοποιείται στο ψήσιμο και δημιουργεί στο εξωτερικό των αγγείων ένα λαμπρό λευκό φόντο που προβάλλει τα θέματα. Στο εσωτερικό των ανοιχτών αγγείων αποτελεί το αφανές λείο υπόστρωμα κάτω από το μαύρο γάνωμα που καλύπτει ολόκληρη την εσωτερική επιφάνεια και διακοσμείται με επίθετα χρώματα. Σε αντίθεση μάλιστα με το ρεύμα της εποχής που ήθελε τη χάραξη, κύριο χαρακτήρα της διακόσμησης, τα ναυκρατικά αγγεία επιμένουν στο περίγραμμα που αποδίδεται είτε με το βερνίκι της διακόσμησης και την εξαίρεση του λευκού φόντου, είτε με τα επίθετα χρώματα. Η Χιακή κεραμεική, που συνεχώς και πληθαίνει στη Κεντρική Μακεδονία, φαίνεται να εισάγεται στην περιοχή του Ολύμπου ήδη από τα τέλη του 8ου αιώνα, όπως προκύπτει από τα όστρακα που βρέθηκαν στο χρονολογημένο στρώμα της Κρανιάς του γειτονικού Ηρακλείου, που όμως δυστυχώς δεν απέδωσαν σχήματα. Η ποικίλη προέλευση των ευρημάτων στην περιοχή του Ολύμπου, ήδη από τα τέλη του 8ου αιώνα τουλάχιστον, ίσως έχει σχέση με ένα προϊόν ιδιαίτερα σημαντικό και απαραίτητο για τους δραστήριους στόλους του Αιγαίου όλων των εποχών, δηλαδή την ξυλεία.
 

 
Στην περιοχή των Λειβήθρων, αλλά επάνω στον Όλυμπο, διασώθηκε ένας ορεινός λιθόστρωτος δρόμος , που είχε παλιότερα εντοπιστεί κατά μήκος της φυσικής διαδρομής από τα Λείβηθρα προς την Περαιβία διά του Ανω Ολύμπου. Σώθηκε την τελευταία στιγμή από μεγάλη καταστροφή κατά την κατασκευή του ορεινού δρόμου Καρυάς-Λεπτοκαριάς, με λίγες σχετικά απώλειες και αλλαγή της μελέτης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πιερίας. Αποκαλύφθηκε (Ιούλιος-Αύγουστος 2000) αρκετό τμήμα σε υψόμετρο χιλίων μέτρων, στο 11+232 χμ. από τον κόμβο της Λεπτοκαρυάς, στην Εθνική Οδό [412 χμ. Ε.Ο. Αθηνών-Θεσσαλονίκης]. 
 
Πριν από τον καθαρισμό, είχε μορφή “κατσικόδρομου” του Ολύμπου, στον οποίο σπανίως διακρίνονταν μερικές πέτρες. Αποδείχτηκε ότι είναι μεγάλο τεχνικό έργο πλάτους 4 μ., σε περιοχές δύσβατες και με μεγάλες κλίσεις, που προϋποθέτουν τεράστια χωματουργικά έργα και εκβραχισμούς. Είναι κατασκευασμένος επί του φυσικού βράχου τον οποίο συχνά διαμορφώνει και εκμεταλλεύεται. Λόγω κλίσεων και ειδικών κλιματολογικών συνθηκών, η πλαγιά διατηρεί ελάχιστες έως μηδενικές επιχώσεις, τόσες όσες συγκρατούν οι σχεδόν επιφανειακές ρίζες του δάσους. Δεν υπήρχαν κινητά ευρήματα, εκτός από εκείνα των κυνηγών και του εμφυλίου πολέμου. Ωστόσο όμως, η ορεινή αυτή οδός ήταν ιδιαίτερα σημαντικό πέρασμα, από την οποία πέρασαν ιστορικά πρόσωπα και στρατεύματα σε διάφορες ιστορικές εποχές.
 
Μεγάλος αριθμός τάφων καταστράφηκε από τον ίδιο δρόμο στα πρώτα υψώματα του Ολύμπου, στη θέση “Βακούφικα”, (ή "Παλιομέτοχο", Δ.Δ. Λεπτοκαρυάς του Δήμου Ανατολικού Ολύμπου) στον αρχαιολογικό χώρο των Λειβήθρων, αμέσως ΝΔ του λόφου “Ράχη” της Παλιάς Λεπτοκαρυάς, περίπου 1 χλμ. Β.Δ. της ακρόπολης των Λειβήθρων, 6,5 χλμ. από τον κόμβο της Λεπτοκαρυάς. Διασώθηκαν από την πλήρη καταστροφή (Ιούλιος-Αύγουστος 2000) δέκα κιβωτιόσχημοι, πλακοπερίβλητοι τάφοι, συλημένοι, διαστάσεων +- 2,00μ. x 0,60μ. x 0,50μ., με δάπεδο από χαλίκια και πατημένο πηλόχωμα. Βρέθηκαν διάσπαρτα μέσα και έξω από τους τάφους μερικές χάντρες από κεχριμπάρι και μερικά ταλαιπωρημένα αγγεία, κυρίως μυκηναϊκού τύπου, σε μεγαλύτερο ποσοστό αλάβαστρα (ΥΕ ΙΙΙΒ-Γ). Πολύ κοντά, εντοπίστηκε κτίσμα και περίβολος με κατεύθυνση προς την ακρόπολη των Λειβήθρων.
 
Πηγή: Εφη Πουλάκη Παντερμαλή, Αρης Μπαχλάς
 
Φωτογραφικό Υλικό
 

Λείβηθρα Ιστορικά Άρθρα αναγνωστών

Ακολουθήστε το "Ο.Β." στο twitter και κάντε like στην σελίδα μας στο facebook και μάθετε πρώτοι όλα όσα συμβαίνουν!

Scroll to Top