Τετάρτη 13 Νοε 2019 9:14      

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

MOΣΧΟΠΟΤΑΜΟΣ Ή ΔΡΥΆΝΙΣΤΑ; Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ "ΜΙΣΟΚΕΦΑΛΟΥΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΕΝΑΚΙ "ΝΤΕΚΟΒΙΛ"

Γράφει η Αντωνία Βαρμάζη, Ιστορικός

Ο Μοσχοπόταμος είναι μια ακόμα ιδιαίτερη πτυχή του Πιερικού πολιτισμού. Και αν κάποιοι ονοματίζουν τους κατοίκους <<μισοκέφαλους >>, η ιστορία αποδεικνύει πως μάλλον ήταν και η κεφαλή του πολιτισμού της Πιερίας. Όσοι καταγόμαστε από εκεί γνωρίζουμε πολύ καλά πως η ονομασία αυτή σημαίνει την μισή σφραγίδα , με την οποία επικύρωναν τα επίσημα έγγραφα. Την άλλη μισή την είχε το χωριό Κολινδρός.

Σύμφωνα με τον Κ.Νίκο Βαρμάζη , ο οποίος υπήρξε  επίκουρος καθηγητής του Tμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του ΑΠΘ  συλλέγουμε πληροφορίες μέσα από το βιβλίο του<< Δύσκολα χρόνια στην Πιερία. Τοπική Ιστορία και βιώματα του 40 και 50 στον Μοσχοπόταμο και στην Κατερίνη>>. Ο καθηγητής μας, μας μεταφέρει σε ένα σπουδαίο ταξίδι στον τόπο καταγωγής του με γλαφυρές εικόνες , αυθεντικές και αδιάσειστα στοιχεία –επιχειρήματα.

Μαθαίνουμε λοιπόν πως το χωριό βρίσκεται 20 χιλιόμετρα δυτικά της Κατερίνης σε υψόμετρο 500 μέτρων .Το όνομα <<Μοσχοπόταμος>> το λαμβάνει σύμφωνα με απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης το έτος 1926, το οποίο ήταν ορόσημο. Το πρότερο όνομα του ήταν << Δρυάνιστα >>, λόγω της πλούσιας βλάστησης και επειδή τούτος ο τόπος είχε πολλές δρυς. Στο βόρειο μέρος του ρέει ο ποταμός Βεροιόδρομος, ενώ πλησίον είχε κατασκευαστεί φράγμα για να συγκρατούνται τα νερά και να διοχετεύονται με αντλίες στα χωράφια. Αξίζει να σημειωθεί πως παλιότερα υπήρχα και υδρόμυλοι . Ο βακούφικος επί παραδείγματι βρίσκονταν κοντά στο πέτρινο γεφύρι και χρονολογείται περίπου τον 19 ο αιώνα.

Αριστερά υψώνεται ο λόφος των Αγίων Αποστόλων και δεξιά βρίσκονταν η <<Αλατίστρα>>, ο λόφος που αλάτιζαν τα ζώα σε πέτρινες κοπάνες. Στην καρδιά του χωριού βρίσκεται το δημοτικό σχολείο και ο Ι. Ναός Αγίου Γεωργίου. Οι πληροφορίες για την ακριβή δημιουργία του χωριού δεν λειτουργούν σαν βοηθός μας, διότι στην γερμανική κατοχή κάηκε όλο το αρχειακό υλικό και δεν ξέρουμε την ακριβή ημερομηνία κτήσης. Τα τελευταία πρακτικά αναφέρονται στο Κοινοτικό Συμβούλιο από τον κ. Νικόλαο Βρούζο.

Ο επίσκοπος Παρθένιος Βαρδάκας κατά την συγγραφή της Επισκοπής Κίτρους γράφει πως το χωριό αριθμεί ζωή πάνω από 150 χρόνια, περίπου το 1750 , ενώ εικόνες χρονολογούνται από το 1819 ,αλλά δεν διασώζονται μέχρι σήμερα. Το παλιότερο έγγραφο το έτος 1049 αναφέρεται στο Ιεροδικείο Βεροίας . Επομένως συμπεραίνουμε πως το χωριό ανήκει στην περιφέρεια Βεροίας και είναι τιμάριο του Τούρκου Σπαχή με όνομα Αβδουλάχ ζητώντας φορολογική ελάφρυνση , διότι οι κάτοικοι το εγκατέλειπαν σιγά- σιγά.
Η έκταση την οποία καταλαμβάνει το χωριό ήταν τσιφλίκι του Τούρκου Μπέη ονόματι Ιμπραήμ Κόκα από τον οποίο οι κάτοικοι μετά κόπων και αγώνων καταφέραν να αγοράσουν, χάρη στην βοήθεια του επισκόπου Πέτρας Αγαθάγγελου, που έδωσε ένα γενναιόδωρο ποσό το έτος 1868. Το έτος 1880 η ληστοκρατία οδήγησε σε θανάτους και απαγωγές κατοίκων, ενώ το 1878 το χωριό συμμετείχε στην επανάσταση της Πιερίας κατά των Τούρκων.

Το έτος 1905-1906 σύμφωνα με τον επίσκοπο Παρθένιο Βαρδάκα οι Τούρκοι έχτισαν αστυνομικό σταθμό λόγω της ισχυρής δράσης αντάρτικων σωμάτων. Η πιο σημαντική ημερομηνία ήταν το 1912 γιατί σήμαινε την απελευθέρωση του χωριού. Το έτος 1922 δεν επηρέασε στην σύνθεση του πληθυσμού.

Η εκπαίδευση ήταν συνώνυμο του χωριού. Από πολύ παλιά με την βοήθεια των κατοίκων και εκκλησίας πλήρωναν τους δασκάλους και παιδονόμους. Ο Άγιος Γεώργιος είναι η κεντρική εκκλησία του χωριού. Χτίστηκε στο τέλος του 19 ου αιώνα. Το νεκροταφείο βρίσκεται στο νότιο άκρο και το 1930 χτίστηκε η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Το χωριό γιορτάζει στις 29 και 30 Ιουνίου ,όπου τιμώνται οι Άγιοι Απόστολοι στη ομώνυμη εκκλησία.

Όταν το μεγάλο αυτό χρειάστηκε να διασπαστεί δημιουργήθηκαν τα εξής νέα , όπως το Μηλιάδι ,Λαγόραχη, Μοσχοχώρι , Τόξο. Ένα έθιμο ιδιάζουσας σημασίας που έχει σημείο αναφοράς το χωριό Μοσχοπόταμος του Νομού Πιερίας είναι αυτό της <<ΡΟΚΑΣ>>. Έχει θεϊκές καταβολές μιας και μας παραπέμπει σε πανάρχαιες προβολές με κεντρικό πρόσωπο την Θεά Ήρα. Υπάρχουν αναφορές στην Θεά Ήρα , η οποία παρουσιάζεται  να κρατά ρόκα και η θεά Αθήνα να βαστά ένα αδράχτι και να το χαρίζει στα πιο φρόνιμα κορίτσια. Η ωραιότερη γυναίκα της αρχαιότητας η ωραία Ελένη παρουσιάζεται στο ανάκτορο του Μενελάου και η ιδία να κρατά ηλακάτη, που θυμίζει αρκετά την ίδια την ρόκα.

Η εξέλιξη της θρησκείας από το δωδεκάθεο στον ένα και μόνο Θεό και στον υιό του Ιησού Χριστό γίνεται εμφανής και στο πέρασμα του χρόνου μιας και το σχήμα της ρόκας μας παραπέμπει στον Σταυρό που σήκωσε ο σωτήρας όλου του κόσμου. Με αυτόν τον τρόπο ευλογούνται τα νήματα και είχαν ένα συμβολικό νόημα , αυτό του νήματος της ζωής. Άλλωστε σύμφωνα με αναφορές των λαογράφων είναι ένα στοιχείο γονιμότητας και ταυτόχρονα προστασίας. Η ρόκα στην πραγματικότητα είναι ένα ξύλο πάνω στο όποιο οι γυναίκες τύλιγαν περίτεχνα βαμβάκι, το όποιο προοριζόταν να ανάψει, αφού είχε πάνω  του πετρέλαιο  και το άναβαν με ανάπηρα. Επομένως, το έθιμο αυτό αναβιώνει κάθε τρίτη μέρα του Πάσχα προς ενθύμηση του γεγονότος για τα αντίποινα της πρωταγωνίστριας που αντιμετώπισε θαρραλέα τους Τούρκους. 

Πριν από 190 χρόνια και πλέον, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, έρχονταν στο χωριό ντακούρια, ζασπιέδες (τουρκικά αποσπάσματα). Απέβλεπαν να κάμουν αξιόποινες πράξεις ή να αρπάξουν γυναίκα ή να σκοτώσουν άντρα ή να ρημάξουν, πάντα για κακό. Αυτή τη φορά ήρθαν την Τρίτη μέρα του Πάσχα και μπήκαν στα σπίτια και άρπαξαν δυο τρία άτομα. Τα πήραν για να τα εκτελέσουν, γιατί δεν εύρισκαν άλλους άντρες. Οι άντρες ήταν όλοι στο βουνό  και γι αυτό πήραν αυτούς τους δυο τρεις . Τους είχαν δεμένους στην πλατεία και ετοιμαζόταν να τους εκτελέσουν. Τότε οι γυναίκες με επικεφαλής την Μπηΐνα που ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή στο γυναικείο πληθυσμό του χωριού, αποφάσισαν να πάρουν τις ρόκες τους να τις ανάψουνε φωτιά και να πέσουν πάνω στους ζαπτιέδες. Οι τελευταίοι αιφνιδιάστηκαν με αποτέλεσμα οι μελλοθάνατοι Μοσχοποταμίτες να γλιτώσουν χάρη στην έξυπνη κίνηση των γυναικών. Μπηΐνα δεν είναι άλλη από την Μπέινα, γυναίκα του Μπέη, και ουσιαστικά σημαίνει αρχόντισσα Είναι κάτι ανάλογο με το όνομα Σουλτάνα που και αυτό κληρονομήθηκε από την τουρκική κυριαρχία στη χώρα μας. Στην φαντασία των κατοίκων παρουσιάζεται σαν γυναίκα σαράντα με σαρανταπέντε ετών, πολύ έξυπνη και εξαιρετικά καλή νοικοκυρά. Μα πάνω απ όλα πανούργα και ευφυής.

  Νωρίς το απόγευμα της 3ης μέρας του Πάσχα, τα τοπικά όργανα, γκάιντα, κλαρίνο  και άλλα αρχίζουν να παίζουν διάφορους σκοπούς του τόπου. Με αυτόν τον τρόπο καλούν τους ανθρώπους να μπουν στον κύκλο. Έτσι σχηματίζεται ένας κύκλος με νέους ανθρώπους και ένας με μεγαλύτερης ηλικίας. Σιγά σιγά οι νέοι αποχωρούν και τα όργανα σταματούν ούτος ώστε να αρχίσουν το τραγούδι οι παριστάμενοι άνδρες κα γυναίκες. Αρχίζουν οι άντρες και παίρνοντας την τελευταία στροφή οι γυναίκες την επαναλαμβάνουν, ενώ και πάλι οι άντρες αρχίζουν τη νέα στροφή παίρνοντας το τέλος από το τραγούδι των γυναικών, έτσι ώστε να δημιουργείται ένας ηχητικός κύκλος.  Ο χορός απλός σχεδόν βηματισμός διανθισμένος με τραγούδια που αναφέρονται στον θρύλο αυτής της γυναίκας. Αντί της πρωτοβουλίας στο αρχίνημα του νέου τραγουδιού από τους άντρες και την επανάληψη των στροφών από τις γυναίκες, έχουμε τώρα το αντίστροφο. Μια ηλικιωμένη, που αργότερα πήρε και τη ρόκα, άρχισε να τραγουδάει έναν ήρεμο σκοπό, αργό, με τους παρακάτω στίχους:

«Γέμισαν τα κλαριά δροσιά και τα λακούβια αίμα».

 Αμέσως όλοι οι άντρες αποχωρούν και οι γυναίκες μόνες τους τώρα πλέον, σχηματίζουν δύο δίπλες με μια επικεφαλής να κρατά τις δυο πρώτες της κάθε δίπλας συγχρόνως, με σταυρωτά τα χέρια της και τραγουδώντας όλες μαζί την Μπηΐνα αρχίζουν τον χορό «τον διπλιαστό τον καγκελιστό». Συγχρόνως πλάι στην κορυφαία του χορού, περπατάει τραγουδώντας και αυτή, μια ηλικιωμένη, στην πραγματικότητα αυτή που έδωσε το σύνθημα της αποχώρησης των αντρών , γνέθοντας τη ρόκα της. Η ίδια αυτή γυναίκα τραγουδούσε τους παρακάτω στίχους επαναλαμβάνοντάς τους αρκετές φορές:

«Μι βλέπιτι παιδάκια μου πως κάνω εγώ τη ρόκα»
«Σι βλέπουμι μανούλα μου πως μας πονάς κι γνιέθεις»

Η γυναίκα καλεί έναν άνδρα να άναψε την ρόκα. Η γιαγιά που τόσο ήρεμα έγνεθε ακολουθώντας με τραγούδια την κορυφαία του χορού τόση ώρα, μεταβάλλεται σε διώκτης και κυνηγός των αντρών, έστω και αν οι τελευταίοι παραμένουν σε απόσταση αρκετή από τις δίπλες του χορού Ενώ δηλαδή η γιαγιά που άναψε τη ρόκα φαίνεται να κυριαρχεί, μια άλλη ηλικιωμένη εμφανίζεται και αρχίζει με πραγματικό μένος να κυνηγά την πρώτη με τη ρόκα, συμπλέκεται τελικά μαζί της, της παίρνει τη ρόκα και την υποκαθιστά στο ρόλο της. Αυτό μπορεί να επαναληφθεί και από άλλες ηλικιωμένες και η φλεγόμενη ρόκα να αλλάξει χέρια χωρίς όμως να παύει να παραμένει πάντοτε το όπλο για την καταδίωξη του ανδρικού φύλου. Ποτέ δεν χτυπιέται γυναίκα, ούτε η ηττημένη που της πήραν τη ρόκα και που μπορεί άλλωστε να την ξαναπάρει. Αυτό επαναλαμβάνεται τρεις φορές. Ύστερα η ηλικιωμένη σβήνει την ρόκα ,αποχαιρετά τους παριστάμενους και ήσυχα βαδίζουν για τον δρόμο του γυρισμού.

Το έθιμο του <<Χ ΆΣΚΑ>> είναι ένα ιδιαίτερο έθιμο. 
Πρόκειται για ένα αποκριάτικο έθιμο που συναντάται  κυρίως στην περιοχή της Μακεδονίας, την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς..Ο γεροντότερος δένει μια κλωστή στον πλάστη,με τον οποίο ανοίγονται τα φύλλα της πίτας και στην άκρη της κλωστής δένεται ένα ξεφλουδισμένο βραστό αυγό .Όλοι κάθονται οκλαδόν σε γύρο και από την μέση ο παππούς κουνάει σαν εκκρεμές αυγό στα στόματα των μελών της οικογένειας ,τα οποία έχουν δεμένα στην πλάτη τα χέρια τους και προσπαθούν να χάψουν το αυγό. Η διαδικασία είναι πολύ διασκεδαστική γιατί δεν είναι εύκολο να φαγωθεί το αυγό .Το έθιμο της χάσκας το επιβάλει σαρακοστιανή επιταγή που λέει << με αυγό κλείνει το στόμα το βράδυ της απόκριας και με αυγό ανοίγει πάλι το βράδυ της Ανάστασης>>  .

Το βράδυ πριν από την Καθαρή Δευτέρα, μετά το βραδυνό φαγητό και αφού οι νεώτεροι επισκεφθούν όλους τους μεγαλυτέρους στο σόϊ και τους ζητήσουν συγγνώμη για τα όποια παραπτώματά τους, ακολουθεί η παραδοσιακή «χάσκα». Μετά το πιάσιμο της «χάσκας» τα μέλη της οικογένειας λένε «συγχωρεμένα» μεταξύ τους και αλληλοσυγχωριούνται, λόγω της Σαρακοστής που αρχίζει αμέσως μετά την Καθαρή Δευτέρα. Δίνουν το χέρι και οι ηλικιακά μικροί το ασπάζονται συμβολικά .Και φυσικά οι μεγαλύτεροι σε τους δίνουν χρήματα για να τους ευχαριστήσουν.

Μια άλλη ξεχωριστή ιστορία είναι αυτή με το τρενάκι <<Ντεκοβίλ>> . Μας εξηγεί ο Δημήτρης Ρουκάς,M.Sc. Τεχνολόγος Γεωπόνος,Επιστημονικός Συνεργάτης
Π.Ε. Πιερίας
, όπου μας δίνει όλες τις πληροφορίες. Συγκεκριμένα, ήταν το τρενάκι του Μοσχοποτάμου, το γνωστό ως «Ντεκωβίλ» (Decauville) όπως ήταν η άλλη του ονομασία,από τη γαλλικού τύπου κατασκευή της γραμμής του.Το «Ντεκωβίλ» ήταν το τρενάκι των λιγνιτωρυχείων του χωριού που μετέφερε το λιγνίτη στην Παραλία και αποτελεί ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία της Δρυάνιστας – Μοσχοποτάμου. Η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων λιγνίτη αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο της οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης του Μοσχοποτάμου. . Η γραμμή αυτή είχε κατασκευαστεί το 1918, στα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με σκοπό την υποστήριξη των συμμαχικών δυνάμεων της Αντάντ που μάχονταν στο Μακεδονικό Μέτωπο, μεταφέροντας ορυκτό κάρβουνο (λιγνίτη) για τις ανάγκες του πολέμου . Τα επόμενα χρόνια συνέχισε να λειτουργεί εξυπηρετώντας τη μεταφορά λιγνίτη για μια μικρή χρονική περίοδο αλλά και επιβάτες μέχρι το 1929, όταν και εγκαταλείφθηκε πια. Αν και λειτούργησε για μικρό χρονικό διάστημα (1918-1924) εξολοκλήρου, ορισμένα κομμάτια του συνέχισαν να λειτουργούν κατά διαστήματα (1929) και μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ωστόσο εξακολουθεί να υπάρχει στο νου και στην καρδιά κάποιων ελάχιστων εν ζωή παππούδων από τους τόπους όπου το τρενάκι περνούσε, αλλά και κάποιων νεώτερων που έχουν ακούσει διάφορες ιστορίες για την λειτουργία του. Σήμερα δυστυχώς, καθώς έχουν απομείνει ελάχιστα ορατά σημεία από τις υλικές υποδομές του, πολύ λίγοι νέοι πιθανόν να γνωρίζουν την ύπαρξη αυτής της γραμμής, όμως και αυτό το κομμάτι του σιδηροδρόμου έχει γράψει τη δική του ιστορία. Τα λιγνιτικά κοιτάσματα του Μοσχοποτάμου Πιερίας.

Στον ευρύτερο χώρο της Πιερίας, από γεωτεκτονική άποψη, η περιοχή του Μοσχοποτάμου λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζει, µε την εμφάνιση των λιγνιτικών κοιτασμάτων, αναφέρεται χαρακτηριστικά ως «Λεκάνη Μοσχοποτάμου» και ανήκει στην γεωτεκτονική ζώνη της Αλµωπίας. Η «Λεκάνη Μοσχοποτάμου» ή Σχηματισμός Μοσχοποτάμου καλύπτει όλη την έκταση γύρω από το χωριό Μοσχοπόταμος, εκτείνεται μέχρι το ρέμα Συρτοπήγαδο (Νότια) και τη περιοχή Λιβάδια (Ανατολικά) ενώ στα δυτικά φτάνει μέχρι την περιοχή ∆ενδρί . Σε διάφορα σημεία της λεκάνης εντοπίζονται οι εκτάσεις και οι χώροι εκμετάλλευσης των λιγνιτών.

Ακόμη και σήμερα εντοπίζουμε λιγνιτικές ενστρώσεις τόσο σε φυσικές τομές στον Βεργιόδρομο ποταμό καθώς διαβρώνει τα πρανή, όσο και σε παλιά εγκαταλελειμμένα μέτωπα εκμετάλλευσης του λιγνίτη, τα οποία βρίσκονται διάσπαρτα γύρω από το χωριό. Σύμφωνα με το Imperial War Museums, ο ελαφρύς σιδηρόδρομος Ekaterini-Dranista, μήκους 27 χιλιομέτρων, κατασκευάστηκε το καλοκαίρι του 1918 από το 117ο Βρετανικό Τάγμα Μηχανικών (117 Company Roval Engineers) του Εκστρατευτικού σώματος της Θεσσαλονίκης. Η κατασκευή της ελαφριάς σιδηροδρομικής γραμμής έγινε με την εργασία Τούρκων αιχμαλώτων πολέμου και με την συνδρομή τοπικού ελληνικού πληθυσμού ως εργατικό δυναμικό σε ένα σύστημα ειρηνικής εργασίας το οποίο είχε ως αποτέλεσμα σχεδόν τον διπλασιασμό της κατασκευαστικής ικανότητας μετατρέποντας τα πρανή στις όχθες των ποταμών Βεργιόδρομου και Πέλεκα σε εργοτάξιο κατασκευής της γραμμής (φωτ. 9 - 10).
 
Είχε αφετηρία τα ορυχεία λιγνίτη της Δρυάνιστας, του σημερινού Μοσχοποτάμου, λίγο έξω από το χωριό στην περιοχή «Λάκκα» και συγκεκριμένα στο σημείο «Λαμπαράκη» με κατάληξη στη Σκάλα Βρωμερής, στη σημερινή Παραλία Κατερίνης. Εκεί κατασκευάστηκε μια ξύλινη αποβάθρα όπου προσέγγιζαν τα ατμόπλοια που μετέφεραν τον λιγνίτη στη Θεσσαλονίκη. Η κατασκευή της γραμμής ολοκληρώθηκε και αμέσως ξεκίνησε να λειτουργεί την 1η Σεπτεμβρίου 1918.
Όπως και με το λιγνιτωρυχείο έτσι και με τη σιδηροδρομική γραμμή οι Βρετανοί την έθεσαν σε λειτουργία. Η πρώτη ατμάμαξα που χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες της έλξης ήταν μια Baldwin 4-6-0Ts. Με το τέλος του πολέμου όλο το σύστημα (λιγνιτωρυχεία, σιδηροδρομική γραμμή) περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο. Οι αδελφοί Γεωργίου, ιδιοκτήτες του ορυχείου, εξαγόρασαν το υπάρχον σιδηροδρομικό δίκτυο μαζί με το τροχαίο υλικό (ατμάμαξα, βαγονέτα) και έθεσαν σε λειτουργία ξανά το τρενάκι, το επονομαζόμενο "ντεκωβίλ Γεωργίου". Το 1920 προέβησαν στην αγορά μιας ακόμη ατμάμαξας, από την British Trade Corporation. Οι ατμάμαξες έλκανε από τρία έως έξη βαγονέτα 3m3 χωρητικότητας Το 1922, με αφορμή τη λεηλασία του υπάρχοντος παλαιού σιδηροδρομικού δικτύου (έξω από την Κατερίνη μέχρι την παραλία), κατασκεύασαν νέα γραμμή μήκους 11 χιλιομέτρων που συνέδεσε το υπάρχον παλαιότερο δίκτυο με τη Σκάλα Βρωμερής (σημ. Παραλία Κατερίνης) και ιδρύεται ο «Σταθμός Ντεκοβίλ» στην Κατερίνη. Το 1924 συνέδεσαν τηλεφωνικά τον «Σταθμό Ντεκοβίλ» με τα γραφεία τους και τις εγκαταστάσεις του λιγνιτωρυχείου στη Δρυάνιστα (σημ. Μοσχοπόταμο).
Από το 1922 μέχρι και το καλοκαίρι του 1925 το Ντεκοβίλ κυκλοφορούσε για τους καλοκαιρινούς μήνες και ως επιβατικός συρμός με ειδικά διαμορφωμένα βαγονέτα, από την Κατερίνη μέχρι την Παραλία, για να εξυπηρετήσει τα «μπάνια του λαού». Για μια ακόμη φορά (1925), η σιδηροδρομική γραμμή έγινε στόχος μεγάλης δολιοφθοράς. Τελικά, το τρένο του Μοσχοποτάμου το γνωστό Ντεκοβίλ, σταμάτησε τα δρομολόγιά του οριστικά τον Αύγουστο του 1929. Ορισμένα τμήματά του όμως συνέχισαν να χρησιμοποιούνται κατά διαστήματα μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οπότε και εγκαταλείφθηκε οριστικά.
Σε όλα αυτά τα προηγούμενα χρόνια το σιδηροδρομικό δίκτυο του Decauville, πέρα από τις δολιοφθορές που υπέστη στα πεδινά (Κατερίνη - Παραλία), είχε υποστεί και φυσικές καταστροφές ειδικά η διαδρομή που περνούσε από τον Βεργιόδρομο ποταμό από πλημμύρες, αλλά και κατολισθήσεις. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εγκαταλείπεται σταδιακά η γραμμή και να αλλάζει ο τερματικός αναχώρησης της. Από το «Λαμπαράκη» μεταφέρθηκε στη «Εγγλέζικη βρύση» 1924 και τέλος στο «Δεκαεννέα». Το κενό της διαδρομή «Λαμπαράκη - Εγγλέζικη βρύση», η εταιρία προσπάθησε να το καλύψει με την δημιουργία ενός εναέριου συστήματος μεταφοράς με ζεμπίλια (μεγάλος σάκος από ελαστικό υλικό (καουτσούκ) με μεγάλο στόμιο και δύο χειρολαβές, που χρησιμεύει για την πρόχειρη μεταφορά του λιγνίτη). Όπως όμως και στη ταινία, «Αλέξης Ζορμπάς» του Νίκου Καζαντζάκη (σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη)  από το βιβλίο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», το σκηνικό είναι ίδιο και το αποτέλεσμα δυστυχώς και αυτό το ίδιο. Το σύστημα δε λειτούργησε ποτέ, η «Αέρια» μεταφορά εγκαταλείφτηκε και το στοιχείο αυτό έδωσε το όνομά του σε τοποθεσία όπου πατούσε κάποτε κάποια μεταλλική κολόνα του, στην περιοχή «Πεσιάδες» στο Μελιαδι. Μία βάση από το «Αέρια» μπορούμε να δούμε και σήμερα στην περιοχή «Παλιόσταλο» στα όρια Λάκα με κτήμα Γκούνα. Με το πέρασμα του χρόνου και αυτό το σύστημα χάθηκε αφήνοντάς ελάχιστα σημάδια .
 
Τα επόμενα χρόνια, η σιδηροδρομική γραμμή άρχισε να λεηλατείται και ειδικά μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Έτσι τελείωσε η ζωή του "μικρού Ντωκοβίλ της Δρυάνιστας" και ξεκίνησε να ξηλώνεται από το τόπο, τον χωροχρόνο και τη μνήμη των επόμενων γενιών των κατοίκων που βρίσκονταν γύρω από τη διαδρομή του τρένου.

Δυστυχώς, την κατάργηση της γραμμής ακολούθησε η πλήρης εγκατάλειψή της, με αποτέλεσμα η χάραξή της να είναι πλέον δυσδιάκριτη, καθώς, σήμερα ελάχιστα είναι τα «απομεινάρια» του decauville από τον Μοσχοπόταμο έως την Κατερίνη και την Παραλία. Όμως η ξεχασμένη σιδηροδρομική γραμμή του «Ντεκοβίλ» διέσχιζε ένα από τα πιο όμορφα -και άγνωστα στους τουρίστες- μέρη της Πιερίας ενώνοντας τα παράλια με την ενδοχώρα της, φτάνοντας στα ριζά των Πιερίων Ορέων.

Πληροφορίες για το χωριό συλλέγουμε από τον σπουδαίο συγγραφέα Αθανάσιο Παπαγεωργίου και το βιβλίο του << Δρυάνιστα, χωριό μας αγαπημένο.>>. Πρώτοι κάτοικοι του ιστορικού χωριού ήταν Μανιάτες, Βλάχοι, Εβραίοι, Αθίγγανοι και Σαρακατσαναίοι. Έχουμε δυο εκδοχές για την ονομασία του τόπου. Από την μια , υπήρχε ποταμός που πήγαζε από τα Πιέρια και χύνονταν στον Θερμαικό. Από την άλλη λένε πως στο ποτάμι σκότωσαν κάποιον αξιωματούχο με το επίθετο << Μόσχο>>. Η <<τρανή βρύση >> είναι ακόμα ένα ιστορικό μέρος, όπου το βρέξιμο σήμαινε την βάπτιση του Χριστού.

Τις πιο σημαντικές πληροφορίες μας τις φυλά ο συγγραφέας εκεί ως παρακαταθήκη. Το πρώτο σχολείο θεμελιώθηκε από τον σπουδαίο δάσκαλο Δημήτρη Βαρμάζη. Ο Δημήτριος Βαρμάζης γεννήθηκε το 1871 και έκαμε μια πανέμορφη οικογένεια. Έχασε τον πατέρα του και διέκοψε τις σπουδές της Ιατρικής. Φιλόπατρις μάλλον έπρεπε να ήταν αφού είχε τόσο μεγάλο ζήλο να διδάξει ως δάσκαλος. Όνειρο του να χτιστεί σχολείο στη σημερινή θέση. Ο ίδιος μάλιστα έκαμε μια γενναιόδωρη δωρεά. Δυστυχώς είχε έναν άδικο θάνατο από συγχωριανό του, που τον σκότωσε γιατί ήθελε να χτιστεί σε άλλη τοποθεσία. 36 χρονών μόνο, μα άφησε σε μας έργο ανεκτίμητης αξίας.

Σήμερα όλον αυτόν τον πολιτισμικό και λαογραφικό πλούτο μας τον διέσωσε ο πολιτιστικός σύλλογος <<Δρυάνιστα>> στην Κατερίνη, ο οποίος ιδρύθηκε το 1980 από κατοίκους των κοινοτήτων του Μοσχοποτάμου, που ήθελαν να μεταλαμπαδεύσουν την Ιστορία. Υπάρχουν τμήματα χορού, παραδοσιακής μουσικής και τραγουδιών από τον τόπο. Οι φορεσιές δημιουργήθηκαν πανομοιότυπα με τις πατροπαράδοτες του χωριού. Ευχαριστούμε θερμά τον Πρόεδρο Θυμιόπουλο Αντώνη για το υλικό που μας έδωσε και που μας ταξίδεψε. Ο εθελοντισμός του συλλόγου είναι το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα και αυτό γίνεται φανερό με το τμήμα αιμοδοσίας , που κάνει ανθρωπιστικό έργο.

Ιστορικά Άρθρα αναγνωστών

Ακολουθήστε το "Ο.Β." στο twitter και κάντε like στην σελίδα μας στο facebook και μάθετε πρώτοι όλα όσα συμβαίνουν!

Scroll to Top