Κυριακή 19 Νοε 2017 9:00      

Παρουσίαση του βιβλίου: Η «Πρωινή Γαλήνη»

Όταν στα δεκαεπτά μου ανακοίνωσα στους γονείς μου ότι τελικά είχα πάρει την απόφαση να ΜΗΝ γίνω πιλότος, αναστέναξαν και οι δύο με ανακούφιση. Δεν ξαφνιάστηκα για τη μητέρα μου, που είχε παντρευτεί πιλότο καταδιωκτικών αεροσκαφών, ενώ και ο πρώτος της γιος ήταν χειριστής αεροσκαφών της Ολυμπιακής, και αποζητούσε επιτέλους να έχει λίγο το κεφάλι της ήσυχο και κάποιος στην οικογένεια να πατάει με τα δύο πόδια του στη γη.

Παραξενεύτηκα όμως με την αντίδραση του πατέρα μου· πίστευα ότι θα του άρεσε και τα δύο του παιδιά να ακολουθήσουν τον δικό του δρόμο – τυπικό για Έλληνα πατέρα ή για οποιονδήποτε πατέρα γιων ανά τον κόσμο υποθέτω. 
Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να συνειδητοποιήσω ότι τόσο η μητέρα όσο και ο πατέρας μου ήθελαν ένα από τα παιδιά στην οικογένεια να ακολουθήσει κάπως πιο, ας πούμε, ακαδημαϊκές σπουδές.

Η ανακοίνωσή μου λοιπόν ότι ΔΕΝ θα πήγαινα σε κάποια σχολή αεροπορίας στην Αμερική, όπως τους είχα ανακοινώσει, με μεγάλη αποφασιστικότητα μάλιστα στα δεκαέξι μου (και όπως σχεδιάζαμε οικογενειακώς), αλλά να αλλάξω τελείως κατεύθυνση και να ακολουθήσω ανθρωπιστικές επιστήμες στην Αγγλία, και μετά ίσως να γίνω δημοσιογράφος (έτσι γενικά και αόριστα), τους έδωσε μια χαρά που τότε δεν μπόρεσα να εξηγήσω.

Θυμήθηκα πολλές φορές αυτή τη στιγμή της ζωής μου όταν έγραφα την «Πρωινή γαλήνη». Και καθώς ολοκλήρωνα το βιβλίο, πριν λίγους μήνες, είδα έπειτα από πολύ καιρό ξανά τον πατέρα μου στο όνειρό μου να μου λέει ότι διάβασε το βιβλίο.

«Πώς σου φάνηκε;» ρώτησα έκπληκτος, γεμάτος αγωνία μέσα στο όνειρο κι εκείνος κούνησε το κεφάλι του και είπε απλώς: «Έτσι κι έτσι». Έκανε μια παύση κι έπειτα πρόσθεσε: «Έχεις βάλει στο εκπαιδευτικό Χάρβαρντ τον εκπαιδευτή να κάθεται μπροστά και τον εκπαιδευόμενο πίσω. Το αντίθετο συνέβαινε». «Απ' όλο το βιβλίο, αυτό βρήκες να μου πεις;» προσπάθησα να δικαιολογηθώ αλλά σα να είχε σβήσει το όνειρο και μιλούσα πλέον στο κενό. Είχε έρθει απ' το Υπερπέραν για να με κρίνει ακόμα μια φορά.

Με το που κυκλοφόρησε το βιβλίο, οι περισσότεροι, γνωστοί και άγνωστοι, μου είπαν με έναν αέρα απόφανσης: «Είναι βέβαια η ιστορία του πατέρα σου». Όποιος έχει διαβάσει την «Πρωινή Γαλήνη» ίσως να ξέρει ότι, όχι, ΔΕΝ είναι η ιστορία του πατέρα μου παρά μόνον ως ένα σημείο.

Εμπνέεται από αυτή μα ο ήρωας αναγκάζεται από ένα σημείο κι έπειτα να ακολουθήσει τελείως διαφορετικό δρόμο από εκείνον που ακολούθησε ο πατέρας μου, ο οποίος πράγματι έδωσε εξετάσεις και πέτυχε στην Ικάρων το 1949, εκπαιδεύτηκε στην Αμερική, έγινε μάχιμος ιπτάμενος αξιωματικός και αποστρατεύθηκε με δική του αίτηση το 1964, αλλά συνέχισε να πετάει με την πολιτική αεροπορία ως το 1984 – καμία σχέση με τον Δημήτρη του βιβλίου δηλαδή.

Υποθέτω όμως ότι αυτό το πνεύμα της πτήσης –της κάθε πτήσης, όχι μόνον της αυστηρά, κυριολεκτικά εναέριας- με ακολουθεί από παιδί· στο σχολείο, κάποιοι φίλοι με φώναζαν «Πιλοτάκι» ακριβώς εξαιτίας του πατέρα και του αδελφού μου.

Όλο αυτό με έχει σφραγίσει, με έχει στιγματίσει: η ανάγκη, η επιθυμία, η αγωνία να διευρύνεις τα όριά σου και τους ορίζοντές σου, ως ατομική ύπαρξη αλλά και ως κοινωνία, ως χώρα –ειδικά σήμερα, τώρα, και ειδικά σε ό,τι αφορά ΑΥΤΗ τη χώρα-, να πετάξεις ψηλά, χωρίς τα βαρίδια που σε κρατούν δέσμιο σε μια γη που στην πραγματικότητα είναι ένα υπόγειο, μια σπηλιά, η ιδέα αυτή κρύβεται πίσω από το βιβλίο ή απλώς αυτό το βιβλίο γεννήθηκε μέσα από όλη αυτή την εσωτερική συνθήκη. 

Αλλά η ιδέα της πτήσης στο βιβλίο δεν είναι μόνον σκοπός μα και μέσο, όχημα, για να μιλήσω και γι' άλλα ζητήματα που καίνε. Στα δύο προηγούμενα βιβλία μου μιλούσα πολύ για το πώς το τραύμα ταξιδεύει μέσα στον χρόνο, πώς περνά από γενιά σε γενιά.

Η «Πρωινή Γαλήνη» ακολουθεί αυτό το χνάρι μόνο που, νομίζω, ότι πάει ακόμα παραπέρα: επιδιώκει να μιλήσει και για την ΑΓΑΠΗ που αντέχει στον χρόνο. Την αγάπη ανάμεσα σε δύο αδέλφια· την αγάπη ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα· την αγάπη των δεσμών αίματος αλλά και μεταξύ ξένων, άγνωστων. Ίσως αυτά τα δύο να πηγαίνουν μαζί: το τραύμα και η αγάπη. Το σίγουρο είναι ότι δεν κάνουμε χωρίς το ένα ούτε χωρίς το άλλο, καλώς ή κακώς.

Η «Πρωινή Γαλήνη» είναι επίσης ένα βιβλίο για την Ελλάδα· για το πόσο αγαπώ και πόσο μισώ την ίδια στιγμή αυτή τη χώρα, που παραμένει πηγή ακυρώσεων μα και εμπνεύσεων.
Κάποτε, η θεία μου η Δώρα, η μεγάλη αδελφή του πατέρα μου, μου έδειξε ένα εφηβικό λεύκωμα που κρατούσε όπου όλα τα παιδιά στη γειτονιά της απαντούσαν σε διάφορα ερωτήματα για τη ζωή (κάτι σαν το σημερινό facebook, σίγουρα όμως πιο αθώο), και ο 13χρονος πατέρας μου απαντούσε στο ερώτημα «Τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις», γράφοντας: «Αεροπόρος». Κι όταν μερικά χρόνια μετά η μεγάλη του αδελφή προσπαθούσε να τον πείσει να εργαστεί στην Αγροτική Τράπεζα, όπου είχαν «άκρη», εκείνος αντέδρασε έντονα. «Αν δεν γίνω αεροπόρος και κλειστώ πίσω από ένα γραφείο, θα αυτοκτονήσω». 

Τι ειρωνεία: ο μικρός του γιος είναι όλη μέρα πίσω από ένα γραφείο, σε όλη του τη ζωή. Κατά κάποιο τρόπο όμως, και δίχως ποτέ να το αντιληφθεί ο ίδιος, δίδαξε, άθελά του, στον μικρό του γιο να πετάει έστω και αν είναι καθισμένος πίσω από ένα γραφείο. Και αυτή η δουλειά, του γραφιά, είτε στη λογοτεχνία είτε στη δημοσιογραφία, έχει υπέροχες απογειώσεις, εκπληκτικούς ουρανούς, καταιγιδοφόρα νέφη, ριψοκίνδυνα ακροβατικά, αερομαχίες μα και άπειρες αναγκαστικές και ανώμαλες προσγειώσεις έως και απώλειες στήριξης, περιδινήσεις και συντριβές. 

Υπό αυτή την έννοια, η αγωνία και η βαθύτερη επιθυμία του Δημήτρη του βιβλίου είναι εκείνη η νεανική ανάγκη του δικού μου πατέρα για περιπέτεια και όχι για έστω και ένα καλώς εννοούμενο βόλεμα. Και υπό αυτή την έννοια, ναι, η «Πρωινή Γαλήνη» είναι η ιστορία του και κάπως έτσι νομίζω κάθε μυθιστόρημα μπορεί να είναι η ιστορία της αληθινής εσωτερικής ζωής ενός αληθινού προσώπου έτσι όπως όμως το επινοείς εσύ ο ίδιος συνεχώς, το αναπλάθεις, το ονειρεύεσαι. 

Μπορεί στο όνειρο που ανέφερα προηγουμένως να με γειώνει ο πατέρας μου, όπως συνήθιζε να κάνει και όταν ζούσε αυτός ο γεννημένος αεροπόρος, συνεχώς αφηρημένος, χαμένος στον κόσμο του και –τι παράξενο- εκνευριστικά προσγειωμένος σε όλη του τη ζωή, η σκληρή αλήθεια όμως είναι ότι δεν πρόλαβε να διαβάσει κανένα βιβλίο μου. Τον θυμάμαι όμως να χαίρεται όταν έβλεπε το όνομά μου και το επώνυμό του στην «Καθημερινή» και κάποτε μου είχε πει περίπου εμπιστευτικά: «Κάποια στιγμή κανόνισε να γράψεις κι ένα βιβλίο, έτσι;»
Η.Μ.

 

«Πρωινή Γαλήνη» εξομολόγηση Ηλίας Μαγκλίνης Βιβλίο Παρουσίαση βιβλίου βιβλιοπωλίο Μάτι

Ακολουθήστε το "Ο.Β." στο twitter και κάντε like στην σελίδα μας στο facebook και μάθετε πρώτοι όλα όσα συμβαίνουν!

Scroll to Top