Κυριακή 22 Οκτ 2017 1:56      

Τα καφέ στενά δεμένα με τις ζωές των Κατερινιωτών (Εικόνες) (I)

Που σερβίρουν τον ωραιότερο καφέ. Μα φυσικά στην Κατερίνη, στα διάσπαρτα καφέ που οι ρέκτες ιδιοκτήτες τους έχουν ιδιαίτερα φροντίσει, έχουν δημιουργήσει  ατμόσφαιρα  και  ειδικές γωνιές για  τους πελάτες τους. Αλλά και οι Κατερινιώτες αγαπούν τον καφέ. Αυτό άλλωστε αποδεικνύει η συγκέντρωσή τους  στα καφέ της πόλης, που είναι τόπος συνάντησης, συναναστροφής και απόλαυσης.

Ένας βέβαια δρόμος έχει μια δική του ιστορία, και για τρεις γενιές τώρα μονοπωλεί την  απόλαυση του καφέ. 

Χαρακτηριστικό σημείο της Κατερίνης και τόπος συνάντησης της νεολαίας και όχι μόνο η οδός Γεωργάκη Ολυμπίου με τις παρόδους της δίνει τον παλμό της πόλης, που δείχνει να μην σταματά ποτέ.

Η Γεωργάκη Ολυμπίου έχει τη δική της ιστορία.  Πάντα όμως, όλες τις εποχές προσέλκυε τη διασκέδαση, όπως την εννοούσε κάθε περίοδος της ζωής της πόλης.

Από τα προπολεμικά καφενεία, στα εστιατόρια και τις ταβέρνες την εποχή που η ανέχεια άρχισε να μας εγκαταλείπει και η καταξίωση να έρχεται από την δυνατότητά μας να πηγαίνουμε για φαγητό έξω, η Γεωργάκη Ολυμπίου ήταν πρωταγωνίστρια με τις ταβέρνες, τα τσιπουράδικα, τις ψαροταβέρνες της με το μπακαλιάρο.

      

Ανάλογα με την χρονική στιγμή και  τις απαιτήσεις της είχε  και τα καταστήματα που ήταν πόλος έλξης για τους θαμώνες τους και την έξοδό τους.

Σημαντική αλλαγή στην έννοια της εξόδου έδωσε ο ερχομός των προσφύγων και κυρίως των Μικρασιατών. Αυτοί έδωσαν τον έναυσμα καθώς ο κοινωνικός τρόπος ζωής και ο πολιτισμός της ανοιχτοσύνης που έφεραν μαζί τους βρήκαν διέξοδο μέσα στον χώρο της ταβέρνας, όπου άντρες και γυναίκες μπορούσαν να συναναστραφούν, να αποδράσουν, να αφηγηθούν τους πόνους, τους καημούς και τους χαμένους έρωτες και να νοσταλγήσουν τις χαμένες πατρίδες.  

Έως το 1922 οι ταβέρνες ήταν μαγέρικα με περιστασιακή μουσική, ενώ ο ερχομός των προσφύγων μετατρέπει την ταβέρνα σε τόπο φαγητού και διασκέδασης.

 

Οι πρόσφυγες έφεραν στις ταβέρνες το γλέντι, επειδή δεν μπορούσαν να διασκεδάσουν στα σπίτια τους. Σε παράγκες ή κατοικίες ελάχιστων τετραγωνικών δεν ήταν δυνατόν να χωρέσουν πολλά άτομα, πέραν αυτών της οικογένειας. Ήταν άνθρωποι που είχαν μάθει να γλεντούν, να προσκαλούν κόσμο στα σπίτια τους, να κάνουν γιορτές και να είναι όλοι μαζί. Είχαν μάθει σε έναν κοινωνικό τρόπο ζωής και σε έναν πολιτισμό ανοιχτοσύνης. Ακολουθώντας τον τρόπο αυτό και η πόλη μας, δημιούργησε τα δικά της στέκια, που αν και ξένιζαν τους ντόπιους και τους συντηρητικούς, δεν άργησαν να υιοθετηθούν ως τρόπος ζωής και από αυτούς.

Η ταβέρνα του Κοκκινά και  του Κίτσιου, ήταν ένας τέτοιος χώρος, όπου ευλαβικά κατέθεταν τον οβολό τους οι Κατερινιώτες που ήθελαν να δοκιμάσουν τα εκλεκτά για την εποχή πιάτα.  Το εστιατόριο των Οικονόμου – Χαρισιάδη,  συμπλήρωνε το κάδρο της Γεωργάκη Ολυμπίου με τα χαμηλόκτιστα οικήματα, δίπλα στο τυροπωλείο Ζιούδρου, τον Ξυλουργό Χρόνη, το δικηγόρο Σκλιοπίδη και το συμβολαιογράφο Συλλόπουλο

Λίγο αργότερα η οικογένεια Συμεωνίδη δημιουργεί την ταβέρνα  «Λούκουλος» που έμεινε αξέχαστη όχι μόνο για το όνομά της, για να μεταπηδήσει στη συνέχεια στη γνωστή σε όλους, ακόμα και τους νεώτερους ΕΚΑΒΗ, στο χώρο του Πάρκου Κατερίνης. Εκεί έδρεψε δάφνες την περίοδο της επταετίας με την εμφάνιση  των ανερχόμενων τότε τραγουδιστών, Νταλάρα, Πάριου και άλλων, που μέσα από τους στοίχους των τραγουδιών τους γινόταν μια ιδεατή αντίσταση στη χούντα των συνταγματαρχών, και   τις χοροεσπερίδες των συλλόγων που συγκέντρωναν όλη την  καλή κοινωνία της εποχής.