Οι ισχυρισμοί του Αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα το 2026 περί άγνοιας για την ύπαρξη ελληνικής μειονότητας στο χωριό Σβέρνιτσα καταρρίπτονται από επίσημα έγγραφα. Η συγκεκριμένη περιοχή βρέθηκε στο επίκεντρο της επικαιρότητας λόγω βίαιων επεισοδίων από οργανωμένες ομάδες φύλαξης, οι οποίες καταπατούν μειονοτικές περιουσίες με πρόσχημα την τουριστική αξιοποίηση, όμως ο ίδιος ο Αλβανός ηγέτης είχε καταθέσει το 2016 έκθεση στο Συμβούλιο της Ευρώπης που αποτύπωνε την παρουσία των ομογενών.
Η διπλωματική αντιπαράθεση και τα επίσημα στοιχεία
Ο Έντι Ράμα, επιστρατεύοντας το γνώριμο ειρωνικό του ύφος με σκοπό να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα των όσων εκτυλίχθηκαν στη Σβέρνιτσα, υποστήριξε υποκριτικά πως δεν είχε γνώση για την παρουσία ελληνικού πληθυσμού στη συγκεκριμένη γεωγραφική ζώνη. Με αυτή του τη στάση επιδίωξε να επικρίνει το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών για την καταδικαστική ανακοίνωση που εξέδωσε σχετικά με τις επιθέσεις εις βάρος των ομογενών και τον τραυματισμό Έλληνα υπηκόου. Η Αθήνα μέσω της διπλωματικής οδού ξεκαθάρισε ότι τέτοιου είδους πρακτικές, καθώς και η καταστρατήγηση των περιουσιακών δικαιωμάτων της εθνικής μειονότητας, έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Αλβανία.
Ωστόσο, η επίσημη έκθεση που υπέβαλε η αλβανική διοίκηση το 2016, υπό την πρωθυπουργία του ίδιου του Έντι Ράμα, διαψεύδει πλήρως τις τωρινές του δηλώσεις. Σύμφωνα με τα κρατικά δεδομένα που είχαν κατατεθεί τότε, στη Σβέρνιτσα καταγράφονταν επισήμως 920 μέλη της ελληνικής μειονότητας, ενώ στη διπλανή κοινότητα Νάρτα ο αντίστοιχος πληθυσμός ανερχόταν σε 4.200 ομογενείς. Προφανώς, η ηγεσία των Τιράνων θεωρούσε ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα είχαν λησμονηθεί με την πάροδο του χρόνου. Παράλληλα, ο Αλβανός πρωθυπουργός παραβλέπει το γεγονός ότι ο επικεφαλής της τοπικής αυτοδιοίκησης, ο οποίος εξελέγη με τη στήριξη του δικού του πολιτικού κόμματος, ανήκει στη μειονότητα και φέρει το ελληνικό ονοματεπώνυμο Δημήτρης Οικονόμου.
Το ιστορικό των περιουσιών και το καθεστώς ιδιοκτησίας
Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η αλβανική πλευρά καταφεύγει σε ειρωνείες και ανακριβείς ισχυρισμούς για να αποκρούσει τις πιέσεις που δέχεται σχετικά με τον σεβασμό των μειονοτικών δικαιωμάτων, ιδιαίτερα μετά την πεποίθηση που έχει διαμορφώσει ότι βγήκε κερδισμένη από την προηγούμενη υπόθεση της Χειμάρρας. Στην περιοχή της Σβέρνιτσας υφίσταται ένα μακρύ ιστορικό μεθοδεύσεων που στοχεύουν στην αφαίρεση των ιδιοκτησιών τόσο των Ελλήνων όσο και των Βλάχων κατοίκων. Οι συγκεκριμένες εκτάσεις γης ανήκαν νόμιμα στα μέλη της μειονότητας από το 1934, διατηρήθηκαν δε υπό την κατοχή τους και κατά τον αναδασμό του 1946 από το καθεστώς Χότζα, προτού ενταχθούν υποχρεωτικά στους αγροτικούς κομμουνιστικούς συνεταιρισμούς.
Μετά τη μεταπολίτευση, η αλβανική δημοκρατία προχώρησε το 1994 στη θέσπιση νόμου για την επιστροφή των ακινήτων στους δικαιούχους, βάσει του οποίου τα μέλη των συνεταιρισμών έλαβαν εκτάσεις 3.000 τετραγωνικών μέτρων έκαστος. Μέχρι και σήμερα, όμως, οι συγκεκριμένοι τίτλοι ιδιοκτησίας δεν έχουν εγγραφεί επίσημα στο Υποθηκοφυλακείο της χώρας. Η εκκρεμότητα αυτή αφήνει ελεύθερο το πεδίο για την καταπάτησή τους από οργανωμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, τα οποία διατηρούν στενές επαφές με το περιβάλλον του Έντι Ράμα.
Οι ιδιωτικοί στρατοί και οι διεθνείς προεκτάσεις της επένδυσης
Παρά την απουσία εγγραφής στο κτηματολόγιο, υπάρχουν επίσημοι τίτλοι του αλβανικού κράτους συνοδευόμενοι από τοπογραφικά διαγράμματα, τα οποία οριοθετούν με σαφήνεια τις μειονοτικές ιδιοκτησίες μέσα στη ζώνη που αποκλείστηκε. Οι εκπρόσωποι των επενδυτικών ομίλων προχώρησαν στην περίφραξη των εκτάσεων αυτών, κόβοντας την ελεύθερη πρόσβαση των κατοίκων προς την παραλία, ενώ επιστράτευσαν ιδιωτικές εταιρείες παροχής ασφάλειας για να καταστείλουν βίαια τις αντιδράσεις των νόμιμων ιδιοκτητών. Μεταξύ των εγγράφων που έχουν δει το φως της δημοσιότητας περιλαμβάνονται τίτλοι που ανήκουν στην οικογένεια Πούλα, καθώς και οι σχετικές αιτήσεις που έχουν υποβληθεί για την οριστική ένταξη των ακινήτων στο εθνικό κτηματολόγιο.
Στο παρασκήνιο της υπόθεσης, έντονη είναι η φημολογία που συνδέει το τουριστικό έργο με επιχειρηματικά σχήματα του Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρού του Αμερικανού προέδρου, αν και η πληροφορία αυτή δεν έχει επιβεβαιωθεί με επίσημο τρόπο. Η φημολογία αυτή ωστόσο λειτουργεί αποτρεπτικά για την αλβανική αντιπολίτευση και άλλους εγχώριους παράγοντες, οι οποίοι αποφεύγουν να έρθουν σε ρήξη με την οικογένεια Τραμπ. Πολλές από τις μεγάλες τουριστικές αναπτύξεις στην Αλβανία χρηματοδοτούνται από δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος με σκοπό τη νομιμοποίηση δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων από παράνομες δραστηριότητες. Η τοπική κοινωνία και διάφορες συλλογικότητες έχουν ξεσηκωθεί ενάντια σε αυτό το μεγάλης κλίμακας έργο, το οποίο σχεδιάζεται εντός προστατευόμενης περιβαλλοντικής ζώνης, θίγοντας παράλληλα πλήθος μειονοτικών περιουσιών.
Η παρέμβαση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Οι καταγγελίες των κατοίκων της Σβέρνιτσας, στην ευρύτερη περιφέρεια της Αυλώνας, μεταφέρονται πλέον σε ευρωπαϊκό επίπεδο με πρωτοβουλία του ευρωβουλευτή Φρέντη Μπελέρη. Οι αναφορές αφορούν τις αυθαίρετες παρεμβάσεις σε αμφισβητούμενες εδαφικές εκτάσεις, οι οποίες, σύμφωνα με τους γηγενείς πληθυσμούς, αποτελούν ιδιοκτησίες οικογενειών της ελληνικής εθνικής μειονότητας που δεν τους αποδόθηκαν ποτέ μετά τις δημεύσεις της περιόδου του κομμουνιστικού καθεστώτος.
Μέσω επίσημης ερώτησης που κατέθεσε προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο Φρέντης Μπελέρης ζητά την άμεση διερεύνηση των περιστατικών βίας και των πρακτικών εκφοβισμού που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια των ειρηνικών συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας των κατοίκων. Παράλληλα, θέτει μετ’ επιτάσεως προς τα ευρωπαϊκά όργανα το ζήτημα της καθολικής προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων, καθώς και των ελευθεριών των αναγνωρισμένων εθνικών μειονοτήτων που διαβιούν στην Αλβανία.




























