Γκρίζα ή μαύρα σύννεφα δεν έχει πια ο ουρανός που να θαμπώνουν θαλασσινούς ορίζοντες, βουνά μικρά ή μεγάλα να σκεπάζουν, να πνίγουν άστρα τη νυχτιά και τη χαρά της μέρας που ξημερώνει.
Τώρα μας έρχεται από τις μακρινές ανατολές ο ήλιος ο Μαρτιάτικος καθάριος και φωτεινός. Αθωνίτικα σήμαντρα τον υποδέχονται πανηγυρικά μαζί με βυζαντινά χερουβικά και Αίνους. Ξέγνοιαστο το πρωινό, όμορφο, γιορτινό, πλέρια η χάρη. Μα, ποιο ξέγνοιαστο, πιο όμορφο, πιο γιορτινό και με περίσσια τη χάρη το δικό σου πρωινό σαν σ’ έβρει, κείνη τη βλογημένη ώρα, στο κτηματάκι σου, στη γλυκιά επικράτειά σου. Τα χρυσοπράσινα λαμπιρίσματα και οι σκιές των φύλλων της ελιάς γλιστρούν παιχνιδιάρικα μέσ’ το φως τό βλογητό κι εσύ κλαδεύεις. Κλαδεύεις και ξανακλαδεύεις και, όπως πετάς καταγής κανένα από τα τρυφερά κλωνιά της, έρχεται ένας κότσυφας, έρχεται ένας σπίνος, το κλέβει με το ραμφάκι του βιαστικά και με το αναπέταμά του το κάνει θες παιχνίδι παιδικό, θες τραγούδι τρελλό.
Θα το κατάλαβε, θαρρώ, πως με την άνοιξη έχω ανταμώσει.
Του Γιάννη Β. Ευσταθιάδη
πρ. Σχολικού Συμβούλου
Α/θμιας Εκπ/σης


















































