Λαογραφική Γωνιά: Ο αγάς στον Άγιο Διονύσιο

 Γράφει: Ιω. Α. Καλιαμπός

 

Η Χρυσούλα Μήτσιου-Καλιαμπού (1913-1997) μιλάει για θρύλους που κυκλοφορούν στη . Ένας από αυτούς είναι ο Αγάς της τουρκοκρατίας. Αυτός είχε κάποια προσωπική περιπέτεια με το άρρωστο του, το οποίο βρήκε γιατρειά στον Άγιο Διονύσιο Ολύμπου. Η συνέντευξη (21.7.95) έγινε στο μου στη Σκοτίνα: 
 
ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ 
 
     Ι Αγάς κάθουνταν ζ Μπαναϊά. Παναθέ σι κείνου του σπίτ’. Έφκιασι φούρνουν. Ζύμουνι. Στα κατώια έβανι ντ γιλάδα κι ούλις τς σουδιές. Κι έκατσι είκουσ’ χρόνια κι έκαμι πιδί. Του πιδί ήταν μούτου. Κι τουν είπι ι άλλους: «Να του πας στουν άγιου Διουνύσιου του παιδί. Κι θα πας να κοιμθείς ικεί». Θα του πάου», λε’.
     Πήγαν στουν άγιου Διουνύσιου, προυσκύντζαν. Έβαλαν παράδις. Όπ’ ήμασταν καλοί, ακουλνούσαν οι παράδις. 
-Πώς κολλούσαν;
-Να, τς παράδις τς έκαμνάμι έτσια μι του χέρ’. Δικάρκου, ‘κουσάρκου κι ακουλνούσαν. Κι τα ‘χι παρμένα. Ποιος δεν ήταν καθαρός, έπιφτι καταή. Ύστιρα, αυτός που το ‘καμι του πιδί, του πάει στουν άγιου Διουνύσιου. Του πάει, άναψαν τς λαμπάδις. Ι πατέρας τ’ απουκοιμήθκι. «Πατέρα, λε, η λαμπάδα ζήφσι. Σήκου να ν’ ανάψ’». Ουμίλσι του πιδί. 
«Ε!, πώς, πιδί μ’, πώς κουβάντγιασις»;
Να ‘ναψι τ’ λαμπάδα. Άναψι κι άλλις. «’Αγιι Διουνύση μου, τι θέλς να δι δώσου τώρα; Τι είνι του τάξιμό σου»; «Τίπουτα δε θέλου», είπι ι άγιους. 
Τα ‘λιγι μουναχός τ’. Κατάλαβις; «Τι ζητάς»; «Άμα μπουρείς να φκιάις ένα ‘κλησάκ’. Αφού γίγκι του πιδί σ’ καλά, αυτού που κάθισι να στή’ις κι ένα ‘κλησάκ’ κι να μπεις Παναϊά». 
     Κι έρχιτι, κατιβάζ’ απ’ Γκαρυά μαστόρ΄κι άβαλι παναγίις κι ύστιρα ν’ έφκιασαν. Ένα ξουκκλήσ’ ήταν.
     Ουμίλσι του πιδί. Κι ανοίγ’ αυτό του χουράφ’, του πίσου ι Τούρκους. Αυτός τα ‘γκσι, κι το ‘φκιασι αμπέλ’. Κι κατέβασι τς Καργιώτ’ κι το ‘σκαφταν. Κι τς ιλιές αυτός τς έχ’ βαλμένις. Ζ Μπαναϊά αυτήν. 
 
ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ 
 
      Ο αγάς κατοικούσε στην Παναϊά. Ακριβώς στο σπίτι που φαίνεται στα αριστερά του ναού. Φρόντισε, έφτιαξε φούρνο. Ζύμωνε ψωμί. Στα κατώια φύλαγε την αγελάδα και όλες τις σοδιές. Κάθισε είκοσι χρόνια και απέκτησε παιδί. Το παιδί, όμως, είχε κάποια ασθένεια. Ήταν άλαλο. Και του είπε κάποιος: «Το παιδί σου να το πας στον άγιο Διονύσιο. Και θα μείνεις στην αγρυπνία, θα κοιμηθείς εκεί». «Θα πάω», λέει.
Πήγαν στον άγιο Διονύσιο, προσκύνησαν. Ρίξανε και χρήματα. Συνέβαινε. τότε, το εξής: όποιοι ήταν αγνοί, είχαν ένα προνόμιο: τα χρήματα που βάζανε στην του αγίου, κολλούσαν πάνω στην εικόνα. Τα δέχονταν, τροποντινά, ο άγιος. 
-Πώς κολλούσαν;
-Να, πως: Τα κέρματα τα πιέζαμε με το χέρι πάνω στην εικόνα. Π.χ. δεκάρικο, εικοσάρικο…κι αυτά κολλούσαν. Κι ανήκαν, πια, στη δικαιοδοσία του αγίου. Όποιος, όμως, δεν ήταν καθαρός, είχε τον περίμενε διαφορετική τύχη: τα χρήματα που έριχνε στην εικόνα πέφτανε καταγής. 
Ύστερα απ’ αυτά, ήταν επόμενο αυτός ο γονιός να φέρει το παιδί στον άγιο Διονύσιο. Χωρίς καθυστέρηση το πήγε. Άναψαν τις λαμπάδες. Στη συνέχεια ο πατέρας του παιδιού νύσταξε, αποκοιμήθηκε. Τον βλέπει το παιδί: «Πατέρα, η λαμπάδα έσβησε. Ξύπνα, σήκω να την ανάψεις».
      Ομίλησε το παιδί. Εμβρόντητος αυτός: «Ω! παιδί μου, πώς σου ήρθε η λαλιά σου»;
      Την άναψε τη λαμπάδα. Άναψε κι άλλες. «Άγιέ μου Διονύσιε, τι θέλεις από μένα τώρα. Τι θες να σου δώσω. Ποιο τάμα θες να σου κάνω»; «Τίποτα δε θέλω», είπε ο άγιος.
      Αυτά τα μονολογούσε μέσα του, κατάλαβες; -«Τι ζητάς από μένα τώρα»; (Και ο άγιος Διονύσιος τους είπε: «Αν μπορείς φτιάξε ένα εκκλησάκι. Μια και το παιδί σου έγινε καλά. Σου το ξαναλέω, εκεί που κατοικείς ν’ ανεγείρεις κι ένα εκκλησάκι και να το ονομάσεις «Παναγία».
      Κι έρχεται εδώ, φέρνει από την Καρυά (Ελασσόνας) μαστόρους, τους ετοιμάζει εικόνες, Παναγίες. Φτιάχνουν αυτοί την εκκλησία. Μικρή εκκλησιά. 
      Ομίλησε, λοιπόν, το παιδί κι ανοίγει, σκάβει ο πατέρας του, ο Τούρκος, το χωράφι, στο πίσω μέρος της εκκλησιάς. Αυτός ο Τούρκος το όργωσε και το έφτιαξε αμπέλι. Κι έφερε από την Καρυά εργάτες που το σκάβανε. Και τις ελιές, που σώζονται μέχρι σήμερα, τις φύτεψε ο ίδιος. Σ’ αυτή την Παναγία.
 
      Γράφει: Ιω. Α. Καλιαμπός

Σχετικά Άρθρα

Next Post

Welcome Back!

Login to your account below

Retrieve your password

Please enter your username or email address to reset your password.