Παρασκευή 30 Οκτ 2020 6:10      

Ψυχοθεραπεία vs Ψυχοφάρμακα: Πώς αποφασίζουμε;

Ο κάθε ένας από εμάς, τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του αλλά ίσως και περισσότερες, θα βρεθεί αντιμέτωπος με κάποιο ψυχολογικό ζήτημα που θα τον αναστατώσει και θα τον οδηγήσει στο να βάλει ένα «φρένο» στην καθημερινή του ζωή. Ακόμη, ανάλογα με το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται, ίσως να αναζητήσει τη συνδρομή ενός ειδικού που μπορεί να προέρχεται είτε από τον χώρο του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ψυχίατρος, νευρολόγος), είτε από άλλες εξίσου ή λιγότερο καταξιωμένες σχολές ψυχολογικής υποστήριξης (ψυχολόγος, ειδικός ψυχικής υγείας, κ.λπ.). Οι άνθρωποι είναι λογικά όντα και, σχεδόν πάντα, έχουν την τάση να διαλέγουν τον πιο σύντομο, εύκολο, οικονομικό ή «βολικό» δρόμο. Τουλάχιστον σύμφωνα μ’ αυτά που πιστεύουν εκείνη τη δεδομένη στιγμή καθώς, όχι σπάνια, στη ζωή μας «παρασυρόμαστε», κάνουμε «λάθη» ή… «άλλα θέλουμε κι άλλα κάνουμε». Έτσι, για την αντιμετώπιση ενός ψυχικού ζητήματος που μας απασχολεί, η λήψη ενός φαρμάκου, που συνιστά μάλιστα ένας ειδικός, μπορεί να αποτελεί την ιδανική (εύκολη) λύση. Είναι όμως τα ψυχοφάρμακα η ενδεδειγμένη λύση για όλες τις περιπτώσεις συναισθηματικής φόρτισης ή άλλων έντονων ή λιγότερο έντονων ψυχοσυναισθηματικών καταστάσεων που μπορεί να βιώνει, με αυξημένη συχνότητα, ο σύγχρονος άνθρωπος; Μπορεί ένα χάπι να δώσει λύση στα ψυχολογικά ζητήματα που αντιμετωπίζουμε και να μας βοηθήσει να επιστρέψουμε στην καθημερινότητά μας με αυτοπεποίθηση, συναισθηματική ισορροπία και διαύγεια σκέψης; Ποιες άλλες εναλλακτικές δυνατότητες υπάρχουν;

Τα ψυχοφάρμακα έχουν μία άμεση επίδραση στην εγκεφαλική λειτουργία, επηρεάζοντας τη διάθεση και συναισθηματική κατάσταση των ατόμων, όπως ακριβώς συμβαίνει με ουσίες όπως ο καφές, το αλκοόλ και η νικοτίνη. Πίσω από κάθε ανθρώπινη ψυχοσυναισθηματική αντίδραση βρίσκονται πολύπλοκες βιοχημικές διεργασίες, οι οποίες λαμβάνουν χώρα σε συγκεκριμένες περιοχές του ανθρώπινου εγκεφάλου. Βεβαίως, οι αντιδράσεις των ανθρώπων όταν πάρουν ή τους χορηγηθεί μία φαρμακευτική ουσία, δεν είναι πάντοτε ίδιες. Θα έχετε παρατηρήσει ότι άνθρωποι στον κοινωνικό σας περίγυρο καταναλώνοντας μέτριες ποσότητες αλκοόλ έρχονται σε μία κατάσταση ευθυμίας, ενώ καταναλώνοντας μεγαλύτερες ποσότητες μπορεί να έχουν ποικίλες αντιδράσεις, όπως μείωση των φυσικών και κοινωνικών  «αντιστάσεων», εκρήξεις βίας ή και κλάματα. Έναν κάποιο ρόλο μπορεί να διαδραματίζει ακόμη και το περιβάλλον και ο χώρος στον οποίο βρισκόμαστε. Αλλιώς θα νιώσουμε πίνοντας μία μπύρα με παρέα και αλλιώς πίνοντας μόνοι στο σπίτι μας που μπορεί να μας οδηγήσει στο να σκεφτούμε ότι «έχουμε ξεμείνει μόνοι και… κανένας δεν νοιάζεται για εμάς». Μία συγκεκριμένη ουσία λοιπόν, μπορεί να προκαλέσει διαφορετικές αντιδράσεις στα άτομα, ανάλογα με την ποσότητα που λαμβάνεται, αλλά κι άλλα χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στην μοναδικότητα του κάθε προσώπου και στις ειδικότερες περιστάσεις (το περικείμενο) λήψης της ουσίας.

Η διαμάχη μεταξύ των υποστηρικτών της λήψης ψυχοφαρμάκων κι αυτών που προτείνουν ψυχοθεραπεία ή έναν συνδυασμό των δύο μεθόδων (ο «τρίτος» δρόμος), δεν είναι τωρινή. Στο παρελθόν έχουν γίνει πολλές έρευνες κι έχουν δείξει ότι «η πλειονότητα των ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων είναι τουλάχιστον το ίδιο αποτελεσματική (και σε κάποιες περιπτώσεις πιο αποτελεσματική) με τη λήψη ψυχοτροπικής αγωγής», για ένα μεγάλο εύρος διαφορετικών ψυχοσυναισθηματικών διαταραχών μεταξύ των οποίων το άγχος, η κατάθλιψη και οι διαταραχές προσωπικότητας (Gazzillo et al., 2017, σ. 153). Με ποια κριτήρια λοιπόν θα επιλέξει κάποιος μεταξύ της ψυχοθεραπείας ή των ψυχοφαρμάκων; Το πρώτο επιχείρημα που προβάλλουν οι υποστηρικτές της ψυχοθεραπείας, είναι ότι η λήψη (ψυχο)φαρμάκων συνδέεται με παρενέργειες. Από την άλλη μεριά όμως, πολλά ψυχοσυναισθηματικά συμπτώματα είναι τόσο έντονα που η άμεση λήψη ενός χαπιού, το οποίο αναμένεται να προσφέρει μια κάποια ανακούφιση, φαίνεται ν’ αποτελεί μονόδρομο. Βεβαίως, αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε. Δυστυχώς, ακόμη κι ένας πολύ έμπειρος ψυχίατρος δεν μπορεί να είναι ποτέ σίγουρος για το πώς θα αντιδράσει ένα άτομο λαμβάνοντας μία ψυχοδραστική ουσία. Χρειάζεται λοιπόν εδώ μία εκτίμηση αναφορικά με το μέγεθος και την ποιότητα της ψυχικής δυσφορίας που μπορεί ν’ αντέξει ένα άτομο, πριν καταφύγει στη μία ή στην άλλη μέθοδο. Πάντως, κάποιες φορές, για να μπορέσει ένας θεραπευτής να συνομιλήσει μ’ ένα άτομο που βρίσκεται σε ψυχική υπερδιέγερση, χρειάζεται το άτομο αυτό πρώτα να ηρεμήσει κι αυτό, συνήθως, γίνεται με τη χορήγηση μίας κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής. Από την άλλη μεριά, η ψυχοθεραπεία είναι μία διαδικασία που έχει διάρκεια (και κόστος) ενώ, το κυριότερο, απαιτεί κόπο, προσπάθεια και συνέπεια ώστε ο θεραπευόμενος να μπορέσει να επεξεργαστεί με θάρρος, ειλικρίνεια και σε μεγάλο βάθος, επιμέρους πτυχές του εαυτού του και των ψυχικών θεμάτων που τον απασχολούν. Ένα επόμενο σημαντικό επιχείρημα για την αποφυγή των ψυχοφαρμάκων είναι ο εθισμός που μπορεί να προκληθεί σε κάποιες περιπτώσεις και μπορεί να είναι οργανικός, αλλά και ψυχολογικός (εδώ μπορείτε να σκεφτείτε την ψυχολογική εξάρτηση των καπνιστών με το τσιγάρο περισσότερο ως διαδικασία και τρόπο ζωής, παρά ως εθισμό στη νικοτίνη). Ο τερματισμός μίας θεραπείας με ψυχοφάρμακα απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, ώστε τα άτομα να ξεπεράσουν σχετικά ανώδυνα και χωρίς παλινδρομήσεις το αναμενόμενο «στερητικό σύνδρομο». Βεβαίως και η ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι μία εξαρτητική και, κάποιες φορές, δίχως «τέλος» διαδικασία. Οι έμπειροι θεραπευτές προετοιμάζουν συνήθως ήδη από την πρώτη συνεδρία τους θεραπευόμενούς τους για τον τερματισμό της θεραπείας, βάζοντας ως στόχο οι θεραπευόμενοι να αναπτύξουν πλήρως την ικανότητά τους για τη διαχείριση της ζωής τους κι όλων των σημαντικών υποθέσεών τους.     

Στην πράξη, τα άτομα νιώθουν ψυχοσυναισθηματική διέγερση λόγω συγκεκριμένων γεγονότων ή καταστάσεων στη ζωή τους. Στο σημείο αυτό είναι μάλλον εύκολο να συμφωνήσουμε ότι καμία ουσία, κανένα «μαγικό» χάπι δεν μπορεί ν’ αλλάξει τις συνθήκες στη ζωή (όπως και τις σκέψεις και ερμηνείες που δίνει) ενός προσώπου. Οποιαδήποτε αλλαγή στη ζωή μας, δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα της δικής μας ελεύθερης και συνειδητής προσπάθειας για αλλαγή, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και ερμηνεύουμε την πραγματικότητα κι αναλαμβάνοντας προσωπική δράση. 

Τροφή για σκέψη: Νιώθετε ότι έχετε πάντοτε τον έλεγχο του σώματός σας και των συναισθημάτων σας ή, κάποιες φορές, αναδύονται από μέσα σας δυνάμεις που δεν μπορείτε να ελέγξετε; Κατά τη γνώμη σας, αυτό είναι κάτι το φυσιολογικό ή όχι; Η χρήση μίας ουσίας που ρυθμίζει τη διάθεσή σας, σας βοηθάει να πάρετε την κατάσταση στα χέρια σας ή μπορεί τελικά να μειώνει την ελευθερία σας;

Cazzillo, F., Schimmenti, A., Formica, I., Simonelli, A. & Salvatore, S. (2017). Effectiveness is the gold standard of clinical research. Research in Psychotherapy: Psychopathology, Process and Outcome, 20, 153-155. doi: 10.4081/rippo.2017.278

* Μπορείτε να αναζητήσετε τη συμβολή του Συμβουλευτικού Ψυχολόγου Δρ Χρήστου Μπιμπίτσου, για ψυχολογικά ή προσωπικά ζητήματα που σας απασχολούν, μέσω του Κοινωνικού Οργανισμού “The Orange Bus (Το Πορτοκαλί Λεωφορείο)”, με έδρα την Έδεσσα (Φιλελλήνων 23, τηλ. 6944-252208, chrisbibitsos@yahoo.gr)

Scroll to Top