Με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος «Γητεύτρα», δεύτερου μέρους της επικής σειράς «Στις Κοιλάδες του Φεγγαριού», από τις Εκδόσεις Anubis, φιλοξενούμε στο «Ολύμπιο Βήμα» τον συγγραφέα και ποιητή κύριο Γιάννη Κατσιαούνη. Η δράση ανοίγεται πέρα από τα γνώριμα σύνορα των Κοιλάδων, παλιά ερωτήματα αρχίζουν να βρίσκουν απαντήσεις και νέες συνωμοσίες παρασύρουν τους ήρωες σε ένα σχέδιο του οποίου την πραγματική έκταση δεν μπορούν ακόμη να αντιληφθούν.
Στο επίκεντρο περνά η δεκαοχτάχρονη Αμάρα, η οποία αποκρυπτογραφεί τα μυστικά του μαγικού μαχαιριού και έρχεται αντιμέτωπη με μια δύναμη που μπορεί να την προστατεύσει, αλλά και να την αλλάξει βαθιά. Η πορεία της προς την ενηλικίωση δεν καθορίζεται μόνο από τη μαγεία, αλλά από τις συνέπειες των επιλογών της και από ένα συναισθηματικό παιχνίδι που ξεκίνησε πιστεύοντας ότι μπορεί να το ελέγξει. Στη «Γητεύτρα», ο έρωτας, η προδοσία και η επιθυμία γίνονται δοκιμασίες εξίσου επικίνδυνες με κάθε εχθρό του φανταστικού κόσμου.
Ο Γιάννης Κατσιαούνης γεννήθηκε το 1980 και μεγάλωσε στον Πειραιά, όμως ο λογοτεχνικός τόπος στον οποίο επιστρέφει σταθερά είναι ο Νούβεθερ, ένας κόσμος που έχτιζε επί χρόνια προτού τον μεταφέρει στα μυθιστορήματά του. Η γραφή του κινείται ανάμεσα στην επική φαντασία, την ποίηση, το διήγημα και το παραμύθι, πεδία στα οποία έχει αποσπάσει διακρίσεις σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Στον πυρήνα της μέχρι σήμερα δημιουργικής του διαδρομής παραμένει η τριλογία «Στις Κοιλάδες του Φεγγαριού», όπου η κοσμοπλασία δεν λειτουργεί ως απλό σκηνικό, αλλά ως τόπος δοκιμασίας για χαρακτήρες που παλεύουν με την καταγωγή, τα τραύματα και τις επιλογές τους.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Ο «Μισθοφόρος» έστρεφε τον τίτλο προς τον Άριαν, ενώ η «Γητεύτρα» μετακινεί το βάρος σε μια γυναικεία μορφή. Δηλώνει ο νέος τίτλος ότι η Αμάρα γίνεται πλέον ο κεντρικός άξονας της ιστορίας ή η λέξη «γητεύτρα» αφορά κάτι ευρύτερο από ένα μόνο πρόσωπο; Πώς αλλάζει η οπτική της τριλογίας σε αυτό το δεύτερο μέρος;
Γ.Κ.: Νομίζω, ότι είναι προφανές. Και ειδικά για όποιον/α έχει διαβάσει το «Μισθοφόρο», μάλλον και αναμενόμενο. Αν και θα συνιστούσα να κράτα μικρό καλάθι. Αλλά εν πάση περιπτώσει ναι, ο χαρακτήρας της Αμάρα γίνεται πλέον κεντρικός σε αυτό το δεύτερο βιβλίο, από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο. Και αυτή η «διαδοχή» ήρθε εντελώς φυσιολογικά, ακριβώς επειδή υποδόρια ξεκίνησε να συντελείται ήδη από το πρώτο βιβλίο. Κι ας μην φάνηκε τόσο. Ένας γυναικείος χαρακτήρας παίρνει πλέον τα ηνία της πλοκής. Και όχι ένας μόνο. Μην ξεχνάμε και την βάρβαρη Τάργια, που ο ρόλος της δίπλα στη νεαρή μάγισσα Αμάρα, θα είναι κομβικός. Αλλά και άλλες όψεις και εκδοχές της θηλυκότητας, που θα αποκαλυφθούν στη συνέχεια του βιβλίου, έστω και με δευτερεύοντα ρόλο. Η «Γητεύτρα» είναι από πολλές απόψεις ένα πιο «θηλυκό» βιβλίο από το «Μισθοφόρο». Κι όχι στο τίτλο μονάχα. Δεν λέω «γυναικείο», γιατί η λέξη παραπέμπει σε ένα είδος λογοτεχνίας, που δεν έχω και σε ιδιαίτερη εκτίμηση, για να είμαι ειλικρινής. Και βλέποντας το έτσι, ναι, μπορεί πει κανείς, ότι ο τίτλος, ενώ εμφανώς αναφέρεται στην Αμάρα, στο τέλος καταλήγει να γίνει κάτι πολύ ευρύτερο και βαθύτερο.
Το δεύτερο βιβλίο μιας τριλογίας οφείλει να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις για όσα προηγήθηκαν, αλλά και να διατηρήσει ανοιχτό τον δρόμο προς την ολοκλήρωση. Ποια ήταν η δυσκολότερη αφηγηματική ισορροπία στη «Γητεύτρα»; Να μη μοιάζει με ενδιάμεσο πέρασμα ή να μην αποκαλύψει περισσότερα απ’ όσα αντέχει ακόμη η ιστορία;
Γ.Κ.: Πρώτα απ’όλα, να βάλει μια τάξη στο χάος του πρώτου βιβλίου. Αυτό ήταν το κύριο, που είχα στο μυαλό μου. Στο «Μισθοφόρο», ανοίγουν ταυτόχρονα πολλά ζητήματα και τίθενται πολλαπλά ερωτήματα, εντελώς άναρχα θα τολμούσα να πω, δίχως καμμιά έγνοια να απαντηθούν σύντομα. Ή έτσι φαίνεται τουλάχιστον. Το ίδιο το τέλος του πρώτου βιβλίου είναι αινιγματικό και ενδεχομένως σε πολλούς/ές να άφησε και μια πικρή γεύση. Η «Γητεύτρα» έρχεται για να ξεδιαλύνει όλο αυτό το χάος και να απαντήσει στα αινίγματα και τους γρίφους του πρώτου μέρους. Δεν είναι τυχαίο, ότι το πρώτο κεφάλαιο έχει ακριβώς αυτό τον τίτλο. «Αινίγματα και γρίφοι». Αλλά από την αλλη να δημιουργήσει και καινούργια, ώστε να υπάρχουν και μερικές εκπλήξεις για το τέλος. Και αυτό είναι το μυστικό της. Ότι επιβραβεύει τον αναγνώστη, που έφτασε ως εκεί, δίνοντας του την γνώση, αλλά αφήνοντάς τον να καταλάβει, ότι ίσως υπάρχουν και άλλα στρώματα αλήθειας, που δεν έχουν ακόμα φανεί.
Στον «Μισθοφόρο», το μαγικό μαχαίρι εμφανίστηκε ως ένα αντικείμενο γεμάτο αινίγματα. Στη «Γητεύτρα», η πραγματική του δύναμη αρχίζει να αποκαλύπτεται. Ποιους περιορισμούς και ποιο τίμημα έπρεπε να της δώσετε, ώστε να μην εξελιχθεί σε μια εύκολη λύση που δρα αντί για την Αμάρα και ακυρώνει τη δική της ευθύνη;
Γ.Κ.: Αυτό το μαγικό μαχαίρι, στην πραγματικότητα θα γίνει η Αμάρα. Τα συναισθήματα της. Οι πόθοι της. Οι φόβοι της. Όλα όσα θέλει και όλα όσα δεν μπορεί. Και αυτό ταυτόχρονα είναι και ο μεγαλύτερος περιορισμός. Δεν είναι πάντα εύκολο να τα βάλουμε με τον ίδιο μας τον εαυτό. Πόσο μάλλον όταν, στην περίπτωση του μαχαιριού, στην πραγματικότητα ξέρουμε για αυτόν πολύ λιγότερα απ’όσα νομίζουμε. Θα τα καταλάβει αυτό κάποια στιγμή η Αμάρα. Όχι μέσα από βιβλία και παπύρους, αλλά την ίδια την ζωή. Η άγνοια της για τη δύναμη, που πραγματικά κατέχει μέσω του μαχαιριού και το ταξείδι της βήμα – βήμα μέσα στην γνώση αυτής της δύναμης, είναι και η μόνη ασφαλιστική δικλείδα, ότι η δύναμη αυτή δεν θα διαλύσει και την ίδια στο τέλος. Αν και στο τέλος του βιβλίου, αυτό το τελευταίο τίθεται ανοιχτά σε αμφισβήτηση.
Η Αμάρα είναι μόλις δεκαοχτώ ετών όταν αποκτά πρόσβαση σε μια δύναμη που μπορεί να ξεπερνά την ωριμότητά της. Θέλατε η ενηλικίωσή της να προκύψει μέσα από την κατάκτηση αυτής της δύναμης ή μέσα από την αναγνώριση των ορίων της; Ποιο λάθος της αποκαλύπτει καθαρότερα τον άνθρωπο που κινδυνεύει να γίνει;
Γ.Κ.: Ας είμαστε ειλικρινείς. Η Αμάρα στο ξεκίνημα της τριλογίας είναι απλά ένα δεκαοχτάχρονο χαζοκόριτσο. Με έμφυτες μαγικές δυνάμεις βέβαια. Αλλά και με μια μύτη πιο ψηλά απ’όσο ταιριάζει στο χαμηλό επίπεδο αυτών των δυνάμεων. Η ενηλικίωση της θα έρθει απότομα και βίαια μάλλον, όταν θα καταλάβει ότι η δύναμη, που τόσο λαχταρούσε πάντα, δεν είναι παιχνίδι. Όπως ούτε και ο έρωτας ή το σεξ. Και ότι η μεγαλύτερη δύναμη, σημαίνει και μεγαλύτερες ευθύνες. Ενδεχομένως και μεγαλύτερο τίμημα. Στο τέλος θα δει, ότι όλα όσα είχε ως τότε για δεδομένα, είναι ένα τίποτα στην πραγματικότητα. Αυτό είναι πραγματικό σοκ. Θα ήταν για τον οποιονδήποτε. Πόσο μάλλον για μια κοπέλα στα δεκαοχτώ της χρόνια. Είναι αναγκαίο όμως, να περάσει από αυτήν τη διαδικασία. Έστω και δίχως πραγματικά να το θέλει. Η αφελής αλαζονεία της βέβαια παραμένει παρούσα ως το τέλος αυτού του δεύτερου μέρους, πάρα την αποκρυφιστική δύναμη, που’χει στο μετσξύ αποκτήσει. Αλλά είπαμε. Κάποια πράγματα πρέπει να μείνουν ανοιχτά και για το τρίτο.
Η ηρωίδα βρίσκεται παγιδευμένη σε ένα συναισθηματικό παιχνίδι που ξεκίνησε η ίδια, αλλά δεν εξελίσσεται όπως το είχε φανταστεί. Πόση ευθύνη φέρει για όσα ακολουθούν και πού τελειώνει η επιθυμία για έλεγχο και αρχίζει η πραγματική ευαλωτότητα; Πώς φροντίσατε ώστε ο έρωτας να επηρεάζει ουσιαστικά τις αποφάσεις της και να μη λειτουργεί ως διακοσμητική υποπλοκή;
Γ.Κ.: Εδώ νομίζω ακολούθησα ένα πολύ συνηθισμένο κλισέ. Η Γητεύτρα – όχι μόνο με τη…μεταφυσική έννοια του όρου – που μπλέκεται στα δίχτυα της ίδιας της γοητείας της. Είναι τόσο τετριμμένο, που θα μπορούσες να το πεις και βαρετό. Αλλά δεν είναι. Η ερωτική σχέση της Αμάρα με την Τάργια Βέτουρχοντ – μια γυναίκα εντελώς διαφορετική από την ίδια – περνάει μέσα από τόσες μεταπτώσεις και εναλλαγές ρόλων, που τολμώ να πω, ότι από ένα σημείο και ύστερα γίνεται κυρίαρχο στοιχείο της ίδιας της πλοκής και όχι απλά μια διακόσμηση. Το ερωτικό παιχνίδι ανάμεσα στις δύο γυναίκες – που ήδη είχε αρχίσει να χτίζεται από το πρώτο βιβλίο – είναι στο τέλος ένα παιχνίδι εξουσίας. Και όχι απλά η ερωτική σκηνή στην μπανιέρα, που ανοίγει το δεύτερο βιβλίο, ως ένα είδος άτυπης εισαγωγής του. Το ποια από τις δυο θα έχει κάθε φορά το πάνω χέρι και πώς αυτό θα επηρεάζει τον κόσμο γύρω τους, είναι κάτι, που και εγώ ο ίδιος δεν το είχα προγραμματίσει, όταν έγραφα. Βγήκε εντελώς αυθόρμητα. Η «Γητεύτρα» είναι και ένα εξόχως ερωτικό βιβλίο από αυτήν την άποψη. Και μάλιστα με έναν ερωτισμό διάχυτο, που δεν αφορά μονάχα τη σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες και κάποιες φορές μπορεί να γίνει σκληρός και διεστραμμένος. Σίγουρα δεν πρόκειται για άρλεκιν. Και είναι απολύτως βέβαιο, πως δεν απευθύνεται σε ανθρώπους με ταμπού.
Οι ήρωες εμπλέκονται σε ένα σχέδιο πολύ μεγαλύτερο από τους ίδιους. Όταν, όμως, οι χαρακτήρες αγνοούν ποιος κινεί τα νήματα, υπάρχει ο κίνδυνος να φαίνονται απλώς παρασυρμένοι από την πλοκή. Ποιες επιλογές τούς επιτρέπουν να διατηρήσουν την ελεύθερη βούλησή τους και ποιος πιστεύει περισσότερο ότι ελέγχει το παιχνίδι, ενώ στην πραγματικότητα ελέγχεται;
Γ.Κ.: Στην πραγματικότητα όλοι/ες νομίζουν, ότι οι ίδιοι κινούν τα νήματα. Αυτό είναι και το μεγάλο τους λάθος, αλλά και ο λόγος, που φαίνονται ως εντελώς φυσικά κομμάτια της πλοκής, νομίζοντας κάθε στιγμή, ότι την ελέγχουν, χωρίς να υποκρίνονται. Πρώτη από όλους η Αμάρα φυσικά. Ο χαρακτήρας με την μεγαλύτερη άγνοια της πραγματικής κατάστασης, που παρ’όλ’αυτά, μ’έναν τρόπο θρασύ σχεδόν νομίζει, ότι ελέγχει τα πάντα. Μόνο τα δεκαοχτώ της χρόνια μπορούν να δικαιολογήσουν τέτοιο θράσος. Και για αυτό επέλεξα και αυτήν τη συγκεκριμένη ηλικία. Για το ποιες είναι οι δυνάμεις αυτές, που ελέγχουν πραγματικά τη μοίρα της, θα πάρει ο αναγνώστης μια πρώτη γεύση στη «Γητεύτρα», αλλά κυρίως το αφήνω για το τρίτο βιβλίο, την «Ονειρομάντισσα».
Η «Γητεύτρα» καλείται να φωτίσει μυστικά και γρίφους που είχαν ήδη τοποθετηθεί στον «Μισθοφόρο». Πώς οργανώσατε τις αποκαλύψεις ώστε να αιφνιδιάζουν, αλλά να μη μοιάζουν αυθαίρετες; Υπάρχει κάποια λεπτομέρεια του πρώτου βιβλίου που αποκτά εντελώς διαφορετικό νόημα όταν ο αναγνώστης φτάσει στο δεύτερο;
Γ.Κ.: Αυτό ήταν πραγματικά το πιο δύσκολο μέρος στη συγγραφή της «Γητεύτρας». Και για να κάνω τα πράγματα ακόμα χειρότερα, σκεφτείτε ότι υπάρχουν κεφάλαια του «Μισθοφόρου», που συγγραφικά τα χωρίζει μια δεκαετία από το δεύτερο βιβλίο. Όπως είπαμε και πριν, η «Γητεύτρα» είναι το κατ’εξοχήν βιβλίο απαντήσεων και αποκαλύψεων από τα τρία της σειράς. Και δεν ήταν λίγες οι στιγμές, που αναγκάστηκα να ανατρέξω στα γραπτά μου του πρώτου μέρους, προκειμένου να διατηρήσω την λογική συνέχεια και ενότητα των γεγονότων. Χρειάστηκε να τροποποιήσω σελίδες ολόκληρες και στα δύο βιβλία, για να πετύχω την ιδανική για εμένα δομή και συνοχή. Μια άλλη πρόκληση, ήταν φυσικά η ροή των αποκαλύψεων και των ανατροπών. Κάποιες προσπάθησα να τις καθυστερήσω όσο πιο πολύ μπορούσα. Ειδικά αυτήν, που θα γίνει στο τέταρτο κεφάλαιο, το οποίο ίσως είναι και το πιο κομβικό για ολόκληρη τη σειρά. Θα μπορούσα κάλλιστα να έχω ξεκινήσει από εκεί το δεύτερο βιβλίο. Αλλά προτίμησα, να παρεμβάλω άλλα τρία κεφάλαια, προκειμένου να κουφώσω την αγωνία. Εντάξει το παραδέχομαι. Μου αρέσει να βασανίζω τους αναγνώστες μου. Αλλά είναι για καλό σκοπό. Όλα για αυτούς γίνονται άλλωστε στο τέλος. Ολόκληρο το πρώτο βιβλίο πάντως αποκτά εντελώς διαφορετικό νόημα, όταν κάποιος διαβάσει και το δεύτερο. Και ίσως αυτό να είναι και το πιο βρώμικο μυστικό αυτής της τριλογίας.
Η δράση επεκτείνεται πέρα από τις Κοιλάδες του Φεγγαριού και αποκαλύπτει περισσότερες πλευρές του Νούβεθερ. Τι αλλάζει στην αντίληψη των ηρώων όταν απομακρύνονται από τον τόπο που θεωρούσαν γνώριμο; Η επαφή με άλλες περιοχές αποδεικνύει ότι οι Κοιλάδες αποτελούν ένα πραγματικό πρότυπο συνύπαρξης ή μια εύθραυστη εξαίρεση μέσα σε έναν βαθύτερα διχασμένο κόσμο;
Γ.Κ.: Η ήπειρος της Ελθόρα και ο κόσμος του Νούβεθερ συνολικά, αποτελούν μια πραγματικά τεράστια και πολυποίκιλη οντότητα. Οι Κοιλάδες του Φεγγαριού είναι ένα μικρό μέρος τους μονάχα. Πολλώ δε μάλλον, που η τριλογία εκτυλίσσεται σε 3-4 πόλεις και περιοχές των Κοιλάδων του Φεγγαριού. Προφανώς και αποτελούν μια ιδιαίτερη περίπτωση συνύπαρξης μεταξύ διαφορετικών λαών και πολιτισμών, που δεν είναι πάντα ιδανική , αλλά σίγουρα είναι μια εξαίρεση σε έναν βαθειά διχασμένο και σκοτεινό κόσμο. Οι…ματιές που υπάρχουν σε όλα τα βιβλία της σειράς στο γειτονικό Ηνωμένο Βασίλειο της Αουρέλια ας πούμε, καθιστούν ξεκάθαρα σαφές, ότι τα πράγματα μπορεί να είναι και πολύ χειρότερα. Προσπάθησα γενικά, να βρω έναν τρόπο σε όλα τα βιβλία μου, ώστε να εμφανίζω τμηματικά το lore αυτού του κόσμου, χωρίς να επισκιάζει τους χαρακτήρες και την πλοκή. Ήδη εργάζομαι πάνω στο εγχείρημα ενός site, που θα αφορά τον κόσμο του Νούβεθερ και όχι τα βιβλία, ώστε να μπορεί όποιος θέλει, να τον δει στην ολότητα του και να αποκτήσει μια πλήρη αντίληψη του βάθους του.
Στο πρώτο μέρος, ο Άριαν αναμετριόταν κυρίως με το βάρος του παρελθόντος, ενώ στη «Γητεύτρα» η Αμάρα βρίσκεται μπροστά σε ένα μέλλον που μπορεί να καθοριστεί από τη νέα της δύναμη. Αντιπαραθέσατε συνειδητά αυτές τις δύο μορφές αιχμαλωσίας; Ποιος από τους παλαιότερους ήρωες λειτουργεί ως καθρέφτης ή ως προειδοποίηση για εκείνη;
Γ.Κ.: Δεν είναι λογικό; Ο Άριαν είναι γύρω στα 40 ηλικιακά. Λίγο μεγαλύτερος απ’όσο ήμουν εγώ, όταν τον επινόησα ως χαρακτήρα και λίγο μικρότερος απ’όσο είμαι σήμερα. Άρα ξέρω από πρώτο χέρι τι σημαίνει κάποιος να αναμετριέται με το παρελθόν. Η Αμάρα είναι 18. Για εκεινή υπάρχει μόνο μέλλον, που έχει την πολυτέλεια να το φαντασιώνεται όσο λαμπρό θέλει. Έλα όμως, που ακόμα και εκείνη, δίχως καν να το ξέρει, έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν! Στο τέλος της ημέρας αυτή είναι η πραγματική αιχμαλωσία, που στοιχειώνει και τους δύο ήρωες. Και αυτή είναι και η τραγικότητα τους. Πιο πολύ για την Αμάρα, επειδή δεν το γνωρίζει. Η Τάργια, μια βάρβαρη πολεμίστρια στα 45 της, που κουβαλά κι εκείνη τις δικές της πληγές από το παρελθόν, μέσα από τη σχέση αγάπης και μίσους, που διαμορφώνει με τη νεαρή μάγισσα, έρχεται να της θυμίσει, ότι παρελθόν και μέλλον είναι ουσιαστικά νήματα στο ίδιο υφαντό. Και παραδόξως η διαδικασία αυτή θα ωριμάσει και τις δύο στο τέλος.
Πίσω από τη μαγεία, τις συνωμοσίες και τις συγκρούσεις, η «Γητεύτρα» μιλά για τη δύναμη, την ενηλικίωση, την προδοσία και την ανάγκη να αναλάβουμε τις συνέπειες των επιλογών μας. Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να βοηθήσει τον αναγνώστη να αναγνωρίσει αυτούς τους μηχανισμούς στη δική του ζωή ή η φαντασία προσφέρει μόνο μια ασφαλή απόσταση από την πραγματικότητα; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Γ.Κ.: Όχι. Ούτε καν για εμένα τον ίδιο που τα γράφω. Πολύ περισσότερο για όσους απλά τα διαβάζουν. Η λογοτεχνία δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο. Είναι δεδομένο αυτό και ιστορικά αποδεδειγμένο. Απλά να κρύψει λίγο την ασχήμια του μπορεί. Αν και όποτε το μπορεί κι αυτό. Ακούγεται σκληρό. Και είμαι βέβαιος, ότι οι περισσότεροι λογοτέχνες διαφωνούν. Αλλά είναι η αλήθεια. Κι η Τέχνη οφείλει να είναι αλήθεια πάνω απ’όλα. Το ψέμα ας το αφήσουμε για τους πολιτικούς.





























