Ο πρόεδρος της ΕΛΛΟΚ, Γιώργος Καπετανάκης, μιλάει με το «Ολύμπιο Βήμα» και επισημαίνει τις σοβαρές ανισότητες στην ογκολογική περίθαλψη μεταξύ αστικών κέντρων και περιφέρειας. Τονίζει την ανάγκη για έναν εθνικό ογκολογικό χάρτη, την ενίσχυση των δομών υγείας, όπως το Νοσοκομείο Κατερίνης, και την πλήρη αποζημίωση των βιοδεικτών, ώστε να διασφαλιστεί η έγκαιρη και αποτελεσματική πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες και ιατρική φροντίδα.
Ογκολογική περίθαλψη στην περιφέρεια – Ο πρόεδρος της ΕΛΛΟΚ, Γ. Καπετανάκης, μιλά στο «Ολύμπιο Βήμα»
Η πρόσβαση σε σύγχρονες διαγνωστικές εξετάσεις, η εξασφάλιση καινοτόμων θεραπειών και η ουσιαστική στήριξη των ογκολογικών ασθενών και των οικογενειών τους αποτελούν μερικά από τα πιο κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζει σήμερα το σύστημα υγείας, ιδιαίτερα εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων.
Σε μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση στο «Ολύμπιο Βήμα», ο Πρόεδρος της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καρκίνου (ΕΛΛΟΚ), Γιώργος Καπετανάκης, χαρτογραφεί τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς στην περιφέρεια και την Πιερία. Παράλληλα, αναλύει τη σημασία της ατομικής ευθύνης στην πρόληψη, αναδεικνύει το θεσμικό ρόλο της ΕΛΛΟΚ στη διαμόρφωση της υγειονομικής πολιτικής και στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα για το «Δικαίωμα στη Λήθη» και την ισότιμη επανένταξη των επιζώντων στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή.
Κύριε Καπετανάκη, ως Πρόεδρος της ΕΛΛΟΚ εκπροσωπείτε χιλιάδες ασθενείς σε όλη τη χώρα. Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα ένας ογκολογικός ασθενής που ζει στην περιφέρεια, όπως στην Πιερία, σε σύγκριση με τα μεγάλα αστικά κέντρα;
Η αλήθεια είναι πως οι ογκολογικοί ασθενείς εξαιτίας της φύσης της νόσου έχουν ένα πολύ βεβαρημένο πλάνο θεραπείας που πρέπει να ακολουθήσουν. Άλλοι χρειάζονται χημειοθεραπείες, χειρουργικές επεμβάσεις, εξατομικευμένες θεραπείες ή συνδυασμό των προηγούμενων. Δυστυχώς η χώρα μας δεν έχει δομήσει την περίθαλψη των ασθενών με βάση έναν ογκολογικό χάρτη που θα καλύπτει τις ανάγκες των ασθενών ισομερώς σε ολόκληρη την επικράτεια. Από την άλλη, υπάρχουν αρκετές απομακρυσμένες κοινότητες όπως τα νησιά ή οι ορεινές περιοχές όπου είναι αντιληπτό ότι δεν είναι εφικτό να στεγάζονται ολόκληρες κλινικές. Έτσι δημιουργείτε πρόβλημα όσον αφορά την πρόσβαση των ανθρώπων αυτών στις ανάλογες υπηρεσίες σε σύγκριση με όσους κατοικούν σε μεγάλα αστικά κέντρα.
Το θετικό είναι πως μέσα από το εθνικό σχέδιο δράσεις για τον καρκίνο που ξεκίνησε πρόσφατα, γίνονται προσπάθειες ώστε να αμβλύνουμε τις διαφοροποιήσεις στην πρόσβαση σε δομές υγείας. Για παράδειγμα, θα μπορούσε το Νοσοκομείο Κατερίνης να αποκτήσει ογκολογικό τμήμα ή κλινική, ανάλογα με τις ανάγκες που έχει η περιοχή, που να είναι άμεσα συνδεδεμένη με ένα μεγάλο Νοσοκομείο, όπως το Παπαγεωργίου, ώστε ο ασθενής να εντάσσεται εξαρχής σε ένα ολιστικό πλάνο και να υπάρχει διασύνδεση σε περίπτωση που χρειαστεί αντιμετώπιση πέραν αυτής που μπορεί να παρέχει το Νοσοκομείο της περιφέρειάς του.
Οι καθυστερήσεις στις διαγνωστικές εξετάσεις και οι μετακινήσεις προς τα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης αποτελούν συχνά μεγάλο αγκάθι. Ποιες είναι οι προτάσεις της ΕΛΛΟΚ για την ενίσχυση των δομών υγείας στην περιφέρεια και την αποσυμφόρηση των ασθενών;
Υπάρχει όντως μεγάλη ταλαιπωρία για τους ασθενείς. Αυτό που κάνουμε εμείς είναι να επικοινωνούμε με τον ΕΟΠΥΥ και έχουμε ζητήσει να αυξηθεί η αποζημίωση στις μετακινήσεις καθώς τα ποσά που δίνονται δεν επαρκούν με βάση τα σημερινά οικονομικά δεδομένα των πολιτών. Όταν κάποιος νοσεί με καρκίνο σε αρκετές περιπτώσεις δεν μπορεί να αποφύγει τις μετακινήσεις. Το ότι η Κατερίνη απέχει μια ώρα από τα μεγάλα νοσοκομεία της Λάρισας και της Θεσσαλονίκης είναι κάτι που αποθαρρύνει την δημιουργία ενός κέντρου ανάλογων δυνατοτήτων στην Πιερία. Φυσικά, αυτό το πρόβλημα προκύπτει και σε άλλες περιοχές ακόμη και στην Αθήνα, όπου πολλοί ασθενείς χρειάζεται να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις όντας στην ίδια πόλη.
Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε είναι πως αν και όλοι θέλουμε τον περιορισμό των μετακινήσεων, έχει μείζονα σημασία να παρέχουμε και υπηρεσίας μιας ποιότητας. Ακόμα και στις μέρες μας, πλήθος συμπολιτών μας ταξιδεύουν στο εξωτερικό αναζητώντας την κατάλληλη θεραπεία. Άρα το πιο σημαντικό κριτήριο είναι η πρόσβαση σε όσο το δυνατόν καλύτερες υπηρεσίες υγείας. Αν η θεραπεία μπορεί να δοθεί από ένα μεγάλο Νοσοκομείο σε απόσταση μιας ώρας από τον τόπο κατοικίας του ασθενούς το ιδανικό σενάριο θα ήταν να υπάρχει κεντρικός συντονισμός μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Αν δηλαδή μπορεί μια επέμβαση να γίνει στην περιοχή του παθόντα να γίνεται, αλλιώς να μεταφέρετε στο κατάλληλο σημείο ώστε να έχουν πρόσβαση στην καλύτερη για αυτούς θεραπεία.
Η Πολιτεία έχει εξαγγείλει πρωτοβουλίες για την πρόληψη και την ψηφιοποιήσει της υγείας. Πόσο ικανοποιημένος είστε από την εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Δράσης κατά του Καρκίνου και ποιες ελλείψεις παραμένουν άμεσης προτεραιότητας;
Η Ελληνική πολιτεία τα τελευταία χρόνια έχει αναλάβει σημαντικές πρωτοβουλίες. Μια από αυτές είναι η δράση Προλαμβάνω, που θεωρώ ότι έχει αλλάξει την νοοτροπία των Ελλήνων σε ζητήματα υγείας. Με ένα μήνυμα μπορούμε να έχουμε δωρεάν πρόσβαση σε εξετάσεις που σε πολλές περιπτώσεις σώζουν ζωές. Υπάρχουν θετικά αποτελέσματα κυρίως όσον αφορά τον καρκίνο του μαστού, HPV, καρκίνο του παχέος εντέρου αλλά και για τα καρδιαγγειακά. Στο κομμάτι της πρόληψης γίνονται μεγάλα βήματα και πρέπει να ενισχυθούν περεταίρω.
Θα θέλαμε βέβαια να δούμε μια μελλοντική επέκταση του προγράμματος για τον καρκίνο του πνεύμονα και του στομάχου καθώς η Ευρώπη τους έχει θέση ως προτεραιότητες μαζί με αυτούς που είδη αναφέραμε. Μια άλλη θετική εξέλιξη είναι η ανακοίνωση από τον Υπουργό υγείας στη ΔΕΘ για δημιουργία προγράμματος για τον καρκίνο του δέρματος ο οποίος, συνδέεται άμεσα με πολλά επαγγέλματα. Μιλάμε για όσους εργάζονται ως αγρότες, αλιείς ή άλλες κατηγορίες εργαζομένων που περνούν πολλές ώρες της ημέρας κάτω από τον ήλιο.
Όσον αφορά την ψηφιοποίηση, έχει τελεστή πλήθος έργου που σχετίζεται με την ογκολογική περίθαλψη σε τρεις βασικούς άξονες. Πρώτων, το εθνικό μητρώο νεοπλασιών. Μέχρι το 2025 η χώρα μας ήταν η μοναδική στην ΕΕ που δεν διέθετε εθνικό μητρώο νεοπλασιών. Δεν ξέραμε ούτε πόσους ασθενείς είχαμε ούτε από τι νοσούν. Πλέον η δημιουργία του έχει ολοκληρωθεί και έχουν ενταχθεί περίπου 25.000 περιπτώσεις ενώ υπολογίζεται ότι οι ετήσιες περιπτώσεις ανέρχονται στις 65.000. Δεύτερον, τα δώδεκα μεγαλύτερα Νοσοκομεία της Ελλάδας απέκτησαν σύστημα ογκολογικού φακέλου όπου καταγράφετε το πλάνο θεραπείας των ασθενών. Τρίτον, υπάρχει εφαρμογή που μπορούν να την αξιοποιήσουν οι νοσούντες για να επικοινωνούν άμεσα με τον γιατρό τους, να παρακολουθούν το πλάνο τους, να καταγράφουν τις αρνητικές ενέργειες των φαρμάκων αλλά και να μαθαίνουν για την νόσο τους. Όλα αυτά μας δίνουν μια πιο ξεκάθαρη εικόνα τόσο για τον κάθε ασθενή ξεχωριστά ώστε να γνωρίζουμε με τη μέγιστη ακρίβεια πως να αντιμετωπίσουμε την περίπτωσή του όσο και για τη συνολική κατάσταση στη χώρα.
Ο καρκίνος δεν αγγίζει μόνο τον ασθενή, αλλά ολόκληρη την οικογένεια. Υπάρχει επαρκές δίχτυ ψυχολογικής και κοινωνικής προστασίας για τους φροντιστές και τους ασθενείς;
Αυτό είναι ένα πολύ λεπτό ζήτημα. Για χρόνια οι οργανώσεις ασθενών το έχουν ως αίτημα. Όχι, δεν υπάρχει ψυχολογική υποστήριξη. Μονάχα υποτυπώδης υπηρεσίες. Οι φροντιστές και οι οικογένεια των νοσούντων αναγκάζονται, θέλοντας και μη, να μάθουν κάποια πράγματα για την εκάστοτε νόσο και χρειάζονται και αυτοί υποστήριξη. Δεν υφίσταται όμως, στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Έχουν για παράδειγμα, ανάγκη να λαμβάνουν κάποιες μέρες άδεια από τη δουλειά τους, αυτή τη στιγμή τους δίνονται ελάχιστες μέρες και αυτές έχουν θεσπιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο ρόλος τους δεν αναγνωρίζεται επαρκώς.
Συχνά αναμένουμε τα πάντα από το κράτος, όμως η πρόληψη είναι πρωτίστως μια προσωπική απόφαση. Παρά τη πρόσβαση σε προληπτικές εξετάσεις, πολλοί συμπολίτες μας αναβάλλουν τον έλεγχο είτε από φόβο είτε από αμέλεια. Πώς μπορούμε να νικήσουμε αυτό το ταμπού και τι θα λέγατε στον πολίτη που διστάζει να κάνει σήμερα μια εξέταση που μπορεί να του σώσει τη ζωή;
Αυτό που είναι σημαντικό στον καρκίνο είναι το κοινωνικό στίγμα. Στίγμα υπάρχει σε κάτι που το φοβάσαι, κάτι που δεν το εντοπίζεις εύκολα, σε κάτι που για πολλούς είναι συνώνυμο με τον θάνατο. Προσπαθούμε να αλλάξουμε αυτή την κατάσταση. Ο κόσμος δεν πρέπει να αναβάλει την συμμετοχή του σε ένα πρόγραμμα πρόληψης από φόβο μήπως μάθει το δυσάρεστο. Όπως καταλαβαίνεται, αυτό δεν γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Οφείλουμε να καλλιεργήσουμε ανάλογη παιδεία, να επικοινωνήσουμε σε όλους όσους μπορούν να ωφεληθούν από αυτά τα προγράμματα και να κατανοήσουν την αξία της πρόληψης.
Ακόμα και στη χώρα μας υπάρχουν κλειστές κοινωνίες και περιθωριοποιημένοι πληθυσμοί, ταμπού και ζητήματα τοπικών καταβολών. Η νοοτροπία των ανθρώπων δεν αλλάζει εύκολα. Υπάρχουν παραταύτα, τρόποι να τους προσεγγίσουμε, να οργανωθούν καμπάνιες συμπεριφορικής παρέμβασης και να μιλήσουμε στη γλώσσα τους ώστε να μας καταλάβουν. Το κράτος πρέπει να αξιοποιήσει την κοινωνία των πολιτών σε αυτό το ζήτημα.
Η επιστήμη προχωρά ραγδαία με νέες, καινοτόμες θεραπείες και εξατομικευμένη ιατρική. Φτάνουν αυτές οι θεραπείες εγκαίρως στους Έλληνες ασθενείς ή αντιμετωπίζουμε εμπόδια στην έγκρισή τους;
Αυτό είναι μια μεγάλη υπόθεση. Στην Ελλάδα για να έχει κανείς πρόσβαση σε εξατομικευμένη θεραπεία πρέπει να είναι επιλέξιμος. Εξατομικευμένη θεραπεία σημαίνει ότι για εμένα αυτό το φάρμακο είναι αποτελεσματικό ενώ για κάποιον άλλο όχι. Το να την δώσουμε σε εκείνων που δεν θα ωφεληθεί από αυτή δεν έχει κανένα νόημα. Οι εξετάσεις που κρίνουν αν η θεραπεία είναι κατάλληλη για κάποιο ονομάζονται βιοδείκτες. Μέχρι πρόσφατα δεν καλύπτονταν οικονομικά. Και το παράξενο είναι πως ενώ η χώρα δαπανούσε πολλές χιλιάδες ευρώ σε θεραπείες και φάρμακα δεν πλήρωνε τα τεστ για τη συμβατότητα που κοστίζουν λιγότερο από χίλια ευρώ. Αυτό είχε ως αποτέλεσα ασθενείς που δεν είχαν την δυνατότητα να αγοράσουν το τεστ να μην λάμβαναν και την θεραπεία.
Το πρόβλημα αυτό έχει τεθεί στο Υπουργείο Υγείας και από τον Οκτώβριο του 2025 ψηφίστηκε νόμος για την έγκριση και αποζημίωση βιοδεικτών για 39 περιπτώσεις καρκίνου. Η εφαρμογή του βέβαια καθυστέρησε από τον ΕΟΠΥΥ φαίνεται ωστόσο, πως τους επόμενους μήνες το πρόγραμμα θα τεθεί σε εφαρμογή και θα αρχίσουν και οι αποζημιώσεις.
Όσον αφορά το αν τα φάρμακα έρχονται στην Ελλάδα, η οικονομική κρίση αποτέλεσε μεγάλο αγκάθι. Το κράτος δεν καλύπτει όλο το ποσό για τα φάρμακα λόγω της περιορισμένης φαρμακευτικής δαπάνης. Σταδιακά αυξάνεται αλλά ο κόσμος ακόμα πληρώνει μέρος του ποσού από οικείους πόρους. Έτσι δεν γίνονται νέες αιτήσεις για καινοτόμα φάρμακα στην Ελλάδα και ακόμα πιο ανησυχητικό, εταιρίες αποσύρουν ορισμένα άλλα. Αυτό είναι μεγάλος κίνδυνος για το μέλλον.
Υπάρχει από την άλλη ένα άλλο κανάλι απόκτησης φαρμάκων και λέγεται ΙΦΕΤ. Μέσω αυτού έρχονται θεραπείες ακόμη κι αν δεν έχουν υποβάλει αίτηση για να έρθουν στην Ελλάδα. Αφορά κυρίως τα ορφανά φάρμακα, για σπάνιες παθήσεις και συχνά έχουν αυξημένη αξία. Κατόπιν αιτήματος από ιατρό συγκροτείται μια επιτροπή και αυτή κρίνει αν υπάρχει ανάγκη για τη θεραπεία. Με τον τρόπο αυτό καλύπτονται από το κράτος ατομικά τα αιτήματα των πολιτών με συνέπια να αυξάνετε ο προϋπολογισμός και τα χρήματα που δίνονται για ακριβά φάρμακα, κάτι που δημιουργεί με τη σειρά του άλλα προβλήματα.
Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι οι ασθενείς έχουν πρόσβαση σε θεραπεία, ορισμένες φορές σε καλύτερο επίπεδο απ’ ότι κάποιες άλλες χώρες της Ευρώπης. Όχι όμως, ανεμπόδιστα. Υπάρχουν πολλές προϋποθέσεις και πλάγια μέσα αντί για μια στάνταρ διαδικασία. Πολύ φοβάμαι ότι στο μέλλον δεν θα είναι βιώσιμο. Θα πρέπει να υπάρξει μια νέα φαρμακευτική πολιτική και μια εναλλακτική αρχιτεκτονική στην όλη δομή του συστήματος υγείας.





























