Στην εφημερίδα «Ολύμπιο Βήμα» φιλοξενούμε τον συγγραφέα κύριο Γιώργο Θ. Κασαπίδη με αφορμή το νέο του βιβλίο «Τέσσερις λέξεις στα γιορτινά τους φορεμένες», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΤΡΙ.ΕΝΑ Πολιτισμού.
Πρόκειται για ένα σπονδυλωτό, πολυφωνικό μυθιστόρημα που απλώνεται από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Κατοχή ως το σήμερα, παρακολουθώντας τη διαδρομή δύο αδελφών και των ανθρώπων που τις πλαισιώνουν. Στο βάθος του δεν υπάρχει μόνο η Ιστορία, αλλά και η μεταβίβαση των τραυμάτων, οι σιωπές που κληρονομούνται, ο ρόλος των γυναικών ως φορέων μνήμης και εκείνες οι μικρές καθημερινές ιστορίες που τελικά χτίζουν την ταυτότητα ενός τόπου.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κύριε Κασαπίδη, στο «Τέσσερις λέξεις στα γιορτινά τους φορεμένες» επιλέγετε μια σπονδυλωτή, πολυφωνική φόρμα. Τι σας οδήγησε να πείτε την ιστορία σαν ψηφιδωτό και όχι ως μια ενιαία, γραμμική αφήγηση;
Γ. Κ.: Είδα κι οραματίστηκα τη συγκεκριμένη ιστορία μου σαν ένα ψηφιδωτό, σαν ένα παζλ που θα είχα το δικαίωμα να τη χτίζω κομμάτι κομμάτι. Να αποδομώ πρόσωπα κι έννοιες, να εμπλουτίζω κατά το δοκούν τους χαρακτήρες μου και να τους ηρωοποιώ ή να τους καίω. Να μιλάνε κάποιοι σε πρώτο πρόσωπο και να βγαίνει μια θεατρικότητα στο κείμενο δραματοποιώντας το. Πότε με την τεχνική του εγκιβωτισμού, πότε αναδρομώντας. Βασικότερα με το ένστικτο στο οποίο και βασίζομαι πολύ. Στόχος μου είναι να υπάρχει αλήθεια και ζωντάνια στα κείμενά μου. Όλα τα υπόλοιπα ακολουθούν…
Το βιβλίο διατρέχει εποχές από την Κατοχή μέχρι τη σημερινή Ελλάδα. Ποιο ήταν το μεγαλύτερο στοίχημα όταν βάζεις πολλούς χρόνους να «μιλήσουν» χωρίς να ακυρώνει ο ένας τον άλλον;
Γ. Κ.: Υπάρχει ο κίνδυνος του χάους και του αποπροσανατολισμού για τον αναγνώστη. Οφείλεις να είσαι σε εγρήγορση. Να αφήνεις ψίχουλα στο δρόμο που πάτησες για να σε ξανασυναντήσει. Να έχεις έστω κι ένα μικρό φως για να τον οδηγήσεις με ασφάλεια εκεί που θέλεις. Το βιβλίο σου δεν γνωρίζεις σε ποια χέρια θα πέσει. Υπάρχουν αναγνώστες που έχουν αναγνωστικές εμπειρίες κι άλλοι όχι. Δεν έχεις δικαίωμα να απορρίψεις τους δεύτερους. Τουναντίον. Κι από την άλλη έχεις χρέος να μην κάνεις, ως συγγραφέας, συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Ισορροπείς, λοιπόν!
Ο άνθρωπος ήταν-είναι ίδιος σε κάθε εποχή. Μικρές οι αποστάσεις. Τον καταδιώκουν ένστικτα επιβίωσης, διαιώνισης, φιλοδοξίας, άκρατου εγωισμού. Σε άλλη περίπτωση, συνήθως γίνονται ήρωες πραγματικοί. Αυτοθυσιάζονται αλτρουιστικά για την ανθρωπότητα. Ο χρόνος, σε αυτή τη σπάνια περίπτωση, βγαίνει ηττημένος. Απλά κυλάει παράλληλά μας στους αιώνες.
Στο κέντρο βρίσκονται δύο αδελφές που μεγαλώνουν μέσα σε μια χώρα τραυματισμένη αλλά ανθεκτική. Τι θέλατε να προβάλετε μέσα από τις δικές τους ζωές για την Ελλάδα που αλλάζει και επιμένει;
Γ. Κ.: Κάθε χώρα αλλάζει υπό συνθήκες και καταστάσεις. Η Ελλάδα της Φιλοσοφίας, της Τέχνης, της Ιατρικής, του Πολιτισμού, της Γλώσσας έχει αλλοιωθεί. Και χάνεται. Και γίνεται μια άλλη χώρα. Τα σύνορά μας, τα τελευταία, μόνο, εκατό χρόνια έχουν διαφοροποιηθεί πολλές φορές. Και σαν εθνότητα έχουμε μπασταρδέψει. Και δεν αναφέρομαι σε αυτό το γεγονός με αρνητικό πρόσημο. Η ώθηση δόθηκε βίαια. Δύο πόλεμοι, συν του Μακεδονικού που προηγήθηκε, εμφύλιος, συν τη μαύρη επταετία. Μεταναστευτικό, οικονομική κρίση. Αναπόφευκτες οι αλλαγές και οι αλλοιώσεις γνωρισμάτων. Ο άνθρωπος είναι που αντιστέκεται. Όχι η Ελλάδα μας. Η Ελλάδα παραμένει τυλιγμένη στη γαλανόλευκη. Ο άνθρωπος είναι ο οποίος ταλαιπωρείται από ταξικές ανισότητες και πολεμικά σκέρτσα κι επιμένει κι επιμένει. Οι δύο αδελφές έζησαν ξώφαλτσα τον Β’ Παγκόσμιο, γεύτηκαν τον εμφύλιο, και βίωσαν τη χούντα με τίμημα βαρύ. Η ζωή έχει μια παράξενη γλύκα. Δε σου επιτρέπεται να την παρατήσεις. Συνεχίζεις. Με και χωρίς πόδια. Με ή χωρίς μάτια. Φτάνει να χτυπά η καρδιά σου. Συνεχίζεις!
Αναδεικνύετε τη σιωπή όχι ως κενό, αλλά ως «γλώσσα». Πόσοι άνθρωποι κουβαλούν μυστικά και βάρη που δεν ειπώθηκαν από αυτά που ειπώθηκαν;
Γ. Κ.: Ο φόβος και η ανασφάλεια έκαναν πολύ κόσμο να σιωπά. Αν θέλεις να ζήσεις δε θα μιλήσεις. Αν θέλεις να έχεις δουλειά δε θα μιλήσεις. Αν θέλεις τα παιδιά σου να περάσουνε καλά, ράψε το στόμα σου. Αν θέλεις να μη γίνεις ρεζίλι, φερμουάρ! Εκείνη η μουγκή γλώσσα με ενδιέφερε και με ενδιαφέρει. Εκείνα τα μάτια που τραγουδάνε τρόμους, εκείνα τα χέρια που σφίγγουν μέσα τους καταπιεσμένες φωνές. Και είναι εκείνα τα μυστικά που δολοφόνησαν τις ζωές τόσων ανθρώπων χωρίς να ευθύνονται για κάτι οι ίδιοι. Εκείνα τα βάρη που τους βούλιαξαν σε άπατα βάθη.
Οι άνθρωποι του περίγυρου λειτουργούν σαν φορείς συλλογικής μνήμης, φτώχειας, έρωτα και απώλειας. Πώς χτίσατε τους χαρακτήρες ώστε να είναι συγκεκριμένοι, αλλά να ανήκουν και «σε όλους μας»;
Γ. Κ.: Έχω διαβάσει από έφηβος πολλά θεατρικά έργα. Με αναλύσεις χαρακτήρων, εμβαθύνσεις. Πάντα φωτογραφίζω κάποιον στο μυαλό μου από τον περίγυρό μου και τον κάνω ήρωά μου. Εκείνος, βέβαια, δεν είναι φρόνιμος και καλά κάνει. Μου αποκαλύπτει νέες πτυχές του και πλέον δε μου ζητάει την άδεια για όσα θα κάνει. Μεταμορφώνεται. Παραληρεί, μου βγάζει τη γλώσσα. Και μιας και είμαι λαϊκός άνθρωπος γίνονται όλοι οι ήρωές μου, πρωταγωνιστές ή και δευτερότριτοι ρόλοι, οι δικοί μας άνθρωποι. Εμείς οι ίδιοι.
Οι «τέσσερις λέξεις» του τίτλου μοιάζουν να λειτουργούν συμβολικά: σαν κάτι που ειπώθηκε αργά ή σαν κάτι που έπρεπε να ειπωθεί. Χωρίς να προδώσετε τον πυρήνα, τι είναι για εσάς αυτές οι τέσσερις λέξεις;
Γ. Κ.: Φυσικά και είναι κάτι συμβολικό. Ένας υπερρεαλισμός. Αν είχαν ειπωθεί μέχρι σήμερα οι σωστές λέξεις, ο κόσμος μας δεν θα ήταν αυτός. Φοβούμενος μη βάλω σε κίνδυνο τις κορυφώσεις του βιβλίου δεν θα πω περισσότερα. Ας ανακαλύψει ο καθένας μόνος του οτιδήποτε ανακαλύπτεται. Εμένα με αφορά η ελπίδα και η πάλη!
Αν μπορούσατε να αφήσετε στον αναγνώστη μία ερώτηση κλείνοντας το βιβλίο, ποια θα ήταν; Και πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Γ. Κ.: ‘’Εσύ πού ήσουνα και πες μου τώρα πού είσαι; Τι έκανες και τι σκοπεύεις να κάνεις;’’
Η λογοτεχνία έχει τους δικούς της στόχους και τον δικό της ρόλο. Ο αναγνώστης οφείλει να είναι έτοιμος να ακούσει, να αφουγκραστεί… να κατανοήσει, να μετανιώσει, να αλλάξει. Να ακούσει, να αφουγκραστεί… να σηκώσει ανάστημα, να διαφωνήσει, να αγωνιστεί για να φέρει τις ανατροπές. Πρώτα μέσα του και σε δεύτερο χρόνο για την κοινωνία όπου ζει. Άρα δεν αρκεί από μόνη της η λογοτεχνία. Εκείνη είναι η σπίθα. Όλα τα υπόλοιπα είναι ο άνθρωπος. Αντέχετε τις ανατροπές;



























