Η επίσκεψη σε ένα ελληνικό σουπερμάρκετ συνδυάζει ανάσα δροσιάς σε έναν δροσερό κλιματιζόμενο χώρο και μια πολύ ενδιαφέρουσα περιήγηση. Παρατηρούν τα προϊόντα, συγκρίνουν τις τιμές με εκείνες της χώρας τους, ανακαλύπτουν τοπικές γεύσεις και γεμίζουν το καλάθι με μικρούς γαστρονομικούς θησαυρούς που δύσκολα θα έβρισκαν αλλού.
Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδης
Σύμφωνα με το Condé Nast Traveller το 77% των ταξιδιωτών δηλώνει ότι απολαμβάνει μια επίσκεψη σε σουπερμάρκετ κατά τη διάρκεια των διακοπών του, ενώ το 35% σχεδιάζει να την εντάξει στο ταξιδιωτικό του πρόγραμμα. Έκθεση του Skyscanner για το 2026 αναφέρει πως το 31% των Αμερικανών σχεδιάζει να εξερευνήσει τοπικά σουπερμάρκετ το 2026, ενώ το 55% αναφέρει ότι επισκέπτεται πάντα ή συχνά ένα τοπικό παντοπωλείο όταν βρίσκεται στο εξωτερικό. Με λίγα λόγια, προκύπτει ότι όπως κάποιος θα αφιέρωνε χρόνο σε μια υπαίθρια λαϊκή αγορά, πλέον τον αφιερώνει και σε ένα κατάστημα τροφίμων για να δει από κοντά πώς είναι η καθημερινότητα των κατοίκων. Με αυτόν τον τρόπο καταλαβαίνει πώς ζουν, ποια είναι η οικονομία τους και ποιες οι διατροφικές συνήθειες τους.
Εκεί ανακαλύπτουν για παράδειγμα μια σοκολάτα με ξεχωριστή γέμιση, μια ωραία συσκευασία με σάλτσα ζυμαρικών, αρτοποιήματα, μπαχαρικά ή παραδοσιακές τοπικές νοστιμιές. Πολλά από αυτά κοστίζουν λιγότερο από τα κλασικά σουβενίρ και αποτελούν μια ιδιαίτερα διασκεδαστική εμπειρία. Προϊόντα που δεν κυκλοφορούν στη χώρα τους, περιορισμένες εκδόσεις γνωστών αναψυκτικών, τοπικά γλυκά, έτοιμα γεύματα, καφέδες και καρυκεύματα. Επιπλέον, δεν απαιτείται εισιτήριο, δεν χρειάζεται κράτηση και δεν προβλέπεται αναμονή. Τέτοιες επισκέψεις έχουν και πρακτική πλευρά. Επιτρέπουν στους ταξιδιώτες να εξοικονομήσουν χρήματα αγοράζοντας τρόφιμα χωρίς να χρειάζεται πάντα να γευματίζουν σε εστιατόρια, ενώ παράλληλα σχηματίζουν μια καλύτερη εικόνα για το πραγματικό κόστος ζωής.
Βέβαια, ένα σουπερμάρκετ δεν πρόκειται να αντικαταστήσει ποτέ ένα μουσείο, έναν αρχαιολογικό χώρο ή ένα ιστορικό μνημείο. Όμως, προσφέρει στον επισκέπτη μια πιο άμεση και αυθεντική ματιά στον τρόπο ζωής των ανθρώπων που κατοικούν σε έναν τόπο. Και γι’ αυτό, για ολοένα περισσότερους ταξιδιώτες, η πιο ενδιαφέρουσα στάση βρίσκεται ανάμεσα στους διαδρόμους ενός παντοπωλείου.
Όλοι ξέρουμε ότι οι περισσότεροι ξένοι τουρίστες έρχονται για τα αρχαία μας για τα αρχαία, Ακρόπολη, Ολυμπία, Δίον, Βεργίνα, Κνωσό κλπ. Άλλοι πάλι νομίζουν ότι έρχονται για τα αξιοθέατα, Μετέωρα, Άγιο Όρος, Σαντορίνη, Ενετικά κάστρα, σπήλαια κλπ.
Αυτό είναι λάθος. Περισσότερο έρχονται για τον ήλιο, τη θάλασσα και το φαγητό. Ναι, έρχονται για να φάνε!
Να μη ξεχνάμε και τη σοφή παροιμία, ότι η ευτυχία και η ευχαρίστηση περνούν πρώτα μέσα από το στομάχι.
Όλοι τους ξέρουν τη λεγόμενη “μεσογειακή διατροφή” του Αριστοτέλη και του Ιπποκράτη, και από τη μυθολογία την αμβροσία και το νέκταρ των αρχαίων Ελλήνων θεών. Προγραμματίζουν, λοιπόν, να έλθουν στη χώρα μας για να απολαύσουν γεύσεις που δεν υπάρχουν στη δική τους. Στα περισσότερα μάλιστα ξενοδοχεία μας προτιμούν ελληνικό μπουφέ με ντόπια παραδοσιακά προϊόντα.
Κανένα εστιατόριο στις χώρες τους δεν σερβίρει χωριάτικη σαλάτα, ταραμοκεφτέδες, μελιτζανόπιτα, φάβα, ντολμαδάκια με αμπελόφυλλα, γίγαντες στο φούρνο, χταποδάκι με κοφτό μακαρονάκι, φλομάρια με κόκορα, σαγανάκι με μύδια ή γαρίδες, καλαμαράκια γεμιστά με μυρωδικά και τυριά, τηγανητά κολοκυθάκια με τζατζίκι, σαρδέλα παντρεμένη, γαύρο, ιμάμ μπαϊλντί, κλπ.
Η αλήθεια είναι ότι στις περισσότερες χώρες της Δύσης δεν μαγειρεύουν σχεδόν καθόλου. Ψευτοτρώνε βιαστικά το μεσημέρι στην καντίνα του εργοστασίου, και το βράδυ στο σπίτι κάτι πρόχειρο από το ψυγείο ή τον καταψύκτη, ζεσταμένο στο φούρνο μικροκυμάτων.
Οι Ελληνίδες νοικοκυρές, αντίθετα, ξοδεύουν την ημέρα κατά μέσο όρο 2 ½ ώρες για να μαγειρέψουν τα νόστιμα γεμιστά, σαρμαδάκια, παστίτσιο, μουσακά, παπουτσάκια, ιμάμ μπαϊλντί, μπριάμ, γεμιστά κολοκυθάκια αυγολέμονο, κλπ., ενώ οι ταβέρνες μας είναι σκέτη γευστική πρόκληση με τα θαλασσινά, σουβλάκια, κοκορέτσια, πανσέτες, ζυγούρια, σπεντζοφάι, μπουγιουρντί, σαγανάκι, ψάρια στα κάρβουνα, μοσχαράκι στο πήλινο, αγριογούρουνο στη γάστρα, και τις άλλες νοστιμιές.
Για μάς τους Έλληνες το φαγητό είναι ιεροτελεστία και απόλαυση. Κυριολεκτικά ζούμε για να τρώμε. Έχουμε αμέτρητα “φαγάδικα” – ταβέρνες, γυράδικα, ψαροταβέρνες, ψησταριές, χασαποταβέρνες, πιτσαρίες, ουζερί, μεζεδοπωλεία, τα οποία όχι μόνο δεν επηρεάστηκαν από την κρίση, αλλά αντίθετα περίσσεψαν και δουλεύουν στο φουλ. Κι όταν εδώ στην Ελλάδα λέμε ότι “θα βγούμε έξω”, εννοούμε ότι πάμε για μάσα και θα καταλήξουμε σε κάποιο τραπέζι.
Στα πιο μεγάλα ξενοδοχεία μας σε Ρόδο, Σαντορίνη, Κρήτη, Κέρκυρα κ.ά. ο πλούσιος μπουφές και το εστιατόριο είναι μια από τις ατραξιόν, με κάθε είδους νοστιμιές που μπορεί να φανταστεί κανείς, από εισαγόμενες γλώσσες, φιλέτα, αστακούς, χαβιάρια, κυνήγι, εξωτικά φρούτα κ.ά. Ελάχιστοι ενδιαφέρονταν για τα αρχαία μας, τη λαογραφία, να γνωρίσουν το νησί κλπ. Όλη μέρα μπάνιο στη θάλασσα και ηλιοθεραπεία. Και δεν βλέπουν την ώρα πότε θα απολαύσουν τα πλούσια γεύματα.
Να μη ξεχνάμε ότι μια από τις μεγαλύτερες ελληνικές πόλεις, ο Βόλος, είναι γνωστός για τις αμέτρητες παραλιακές του ταβέρνες, τα περίφημα τσιπουράδικα, όπου σερβίρονται 148 διαφορετικοί μεζέδες.
Επίσης, να μη ξεχνάμε ότι κάθε μέρος της Ελλάδας παράγει και είναι ξακουστό για κάποιο νόστιμο τοπικό προϊόν Π.Ο.Π., όπως λ.χ. φασόλια Πρεσπών, πατάτες Νευροκοπίου, πιπεριές Φλωρίνης, φέτα καλαθάκι Λήμνου, κρεμμύδια Θηβών, ελιές Θάσου και Καλαμάτας, αντσούγιες Καλλονής Λέσβου, αυγοτάραχο Μεσολογγίου, φάβα και τοματοκεφτέδες Σαντορίνης, μπουρδέτο Κερκύρας, σπεντζοφάι Πηλίου, γαρδούμπα Τριπόλεως, κεφαλογραβιέρα Μετσόβου, λαδοτύρι Μυτιλήνης, ακτινίδια Πιερίας, φιρίκια Ζαγοράς, φυστίκια Αίγινας, μαυροδάφνη Πατρών, χαλβάς Φαρσάλων, ρεβανί Βεροίας, κουραμπιέδες Νέας Καρβάλης, κ.ά.
Τέλος, να μη ξεχνάμε και τα καλοκαιρινά μας πανηγύρια με τις σούβλες και τα ψητά στα κάρβουνα, που συνοδεύονται με χαλβά Φαρσάλων και λουκουμάδες με μέλι.
Γι’ αυτό νομίζω ότι το πιο πετυχημένο σλόγκαν που διαφημίζει τη χώρα μας στο εξωτερικό είναι,
“Θες καλά να φας; – Στην Ελλάδα να πας”!


























