Το 20ο Βαρόμετρο φτώχειας και επισφάλειας, που δημοσιεύθηκε από τη Secours Populaire Français σε συνεργασία με την Ipsos, κατατάσσει την Ελλάδα στη δεύτερη χειρότερη θέση μεταξύ δέκα ευρωπαϊκών χωρών. Η έρευνα αποκαλύπτει ότι το 44% των Ελλήνων βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής επισφάλειας, ενώ το 53% των πολιτών εκφράζει έντονη ανησυχία για το άμεσο οικονομικό του μέλλον.
Δεύτερη χειρότερη θέση κατέχει η Ελλάδα στην κατάταξη φτώχειας και επισφάλειας μεταξύ δέκα ευρωπαϊκών κρατών
Η γαλλική οργάνωση, που διαθέτει δράση σε διεθνές επίπεδο, δημοσιοποίησε τα συμπεράσματα της έρευνας στην οποία συμμετείχαν 10.000 πολίτες άνω των 18 ετών. Το δείγμα προέρχεται από δέκα χώρες Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Πολωνία, Ηνωμένο Βασίλειο, Μολδαβία, Πορτογαλία, Ρουμανία και Σερβία. Τα ευρήματα κρίνονται ανησυχητικά, καθώς καταδεικνύουν πως η οικονομική επισφάλεια πλήττει ακόμη και ισχυρές οικονομίες των G7. Μετά την παρουσίαση στοιχείων για την ενεργειακή φτώχεια, παρατίθενται τα συνολικά αποτελέσματα με εστίαση στα ελληνικά δεδομένα.
Η φτώχεια βαθαίνει στον πυρήνα της Ευρώπης
Με διαδρομή ογδόντα ετών που ξεκινά από την αντίσταση στον φασισμό, η Secours Populaire αποτελεί μια από τις πιο δραστήριες οργανώσεις κατά των κοινωνικών διακρίσεων, συμμετέχοντας σε διεθνή δίκτυα. Οι έρευνές της στοχεύουν πέρα από την απλή καταγραφή, επιδιώκοντας να επηρεάσουν τα κινήματα αλληλεγγύης και τον πολιτικό διάλογο.
Σύμφωνα με την ποιοτική ανάλυση, οι συμμετέχοντες περιγράφουν μια κατάσταση ανάλογη με την περίοδο 2022-2024, η οποία είχε επηρεαστεί έντονα από την ενεργειακή κρίση. Οι αναλυτές επισημαίνουν πως γεγονότα όπως οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, την Ανατολική Αφρική, το Λβιβ και το Ορμούζ, προκαλούν βία και αστάθεια στις τιμές ενέργειας και μεταφορών, επιβαρύνοντας το κόστος ζωής. Η επισφάλεια πλέον πλήττει όχι μόνο τους ανέργους, αλλά διευρύνεται σε τμήματα της εργατικής και της μεσαίας τάξης, που παλαιότερα θεωρούνταν ασφαλή, αναδεικνύοντας το φαινόμενο των εργαζόμενων φτωχών.
Η θέση της Ελλάδας στο Βαρόμετρο Φτώχειας
Στο σύνολο των δέκα χωρών που εξετάστηκαν, η Ελλάδα εμφανίζεται στη δεύτερη χειρότερη θέση σε σχεδόν όλους τους δείκτες. Αν εξαιρούνταν η Μολδαβία, όπου το ένα τρίτο του πληθυσμού βιώνει συνθήκες απόλυτης ένδειας, η χώρα μας θα κατείχε την τελευταία θέση. Κράτη όπως η Πολωνία, η Ρουμανία και η Σερβία παρουσιάζουν συγκριτικά καλύτερα αποτελέσματα.
Στην Ελλάδα, το 44% των ερωτηθέντων αναφέρει ότι βρίσκεται σε καθεστώς οικονομικής επισφάλειας, όπου μια έκτακτη δαπάνη θα μπορούσε να οδηγήσει στη φτώχεια, ποσοστό πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο του 29%. Πρόκειται για το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μετά το 55% της Μολδαβίας, ενώ είναι σχεδόν διπλάσιο από το 26% της Γαλλίας ή το 29% της Ιταλίας.
Η αίσθηση της επισφάλειας επεκτείνεται και στο κοινωνικό περιβάλλον το 55% των Ελλήνων δηλώνει ότι παρατηρεί πολλούς ανθρώπους σε ανάγκη στη γειτονιά του, το 47% στον εργασιακό του χώρο και το 40% εντός του οικογενειακού του κύκλου, τοποθετώντας τη χώρα ξανά στη δεύτερη χειρότερη θέση μετά τη Μολδαβία.
Η οικονομική αβεβαιότητα για το μέλλον παραμένει έντονη. Συνολικά, το 43% των Ευρωπαίων θεωρεί πιθανό να βρεθεί σε επισφάλεια τους επόμενους μήνες. Η Ελλάδα βρίσκεται σε χειρότερη μοίρα, με το 53% να δηλώνει ότι ανήκει στη ζώνη υψηλού κινδύνου. Οι Ιταλοί εμφανίζονται πιο απαισιόδοξοι με 63%, ενώ ακολουθούν οι Μολδαβοί με 57%.
Βασική αιτία φτώχειας τα χαμηλά εισοδήματα
Από τους Ευρωπαίους που βρίσκονται σε κατάσταση οικονομικής επισφάλειας, η πλειονότητα (71%) αναφέρει ως βασική αιτία τα ανεπαρκή εισοδήματα. Ακολουθούν οι απρόβλεπτες ή σημαντικές δαπάνες με 31%, τα προβλήματα σωματικής υγείας (ασθένεια, αναπηρία) με 20% και η υπερχρέωση με 18%. Στον κατάλογο με τις αιτίες οικονομικής επισφάλειας περιλαμβάνονται επίσης η απώλεια εργασίας, τα προβλήματα ψυχικής υγείας (επαγγελματική εξουθένωση, εξαρτήσεις) και ρήξεις στην οικογένεια (διαζύγιο, θάνατος συντρόφου).
Ως προς τα βασικά αίτια της επισφάλειας η Ελλάδα δεν διαφέρει από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με το 71% να αναφέρει τα ανεπαρκή εισοδήματα. Βρισκόμαστε στην ίδια θέση με τη Γερμανία, ενώ σε δυσμενέστερη θέση (ως προς την ανεπάρκεια των εισοδημάτων) είναι η Γαλλία (77%), η Πορτογαλία (75%), η Ιταλία (73%).
Η γενιά που ζει χειρότερα από τους γονείς της
Σε ένα περιβάλλον πληθωρισμού, οι επτά στους δέκα Ευρωπαίους (69%) εκτιμούν ότι η πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή ενέργεια έχει επιδεινωθεί σε σύγκριση με τη γενιά των γονιών τους.
Το 60% θεωρεί ότι έχει λιγότερες ευκαιρίες σε σταθερή εργασία, ενώ πάνω από τους μισούς (52%) θεωρούν ότι βρίσκονται σε χειρότερη θέση από τους γονείς τους σε ότι αφορά την αξιοπρεπή στέγαση.
Η Ελλάδα ξεχωρίζει αρνητικά και σε αυτό τον τομέα. Έχει το υψηλότερο ποσοστό ενεργειακής επισφάλειας, με το 74% να θεωρεί ότι η πρόσβαση σε προσιτή ενέργεια ανήκει στο παρελθόν. Διαπρέπει επίσης στην εργασιακή και στεγαστική επισφάλεια. Το 65% και 59% των ερωτηθέντων αντίστοιχα απαντούν ότι οι γονείς τους είχαν καλύτερες ευκαιρίες για σταθερή δουλειά και αξιοπρεπή κατοικία.
Ενεργειακή επισφάλεια και φτώχεια
Το Βαρόμετρο Φτώχειας αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο στην ενεργειακή επισφάλεια.
Τα έξοδα για την ενέργεια επιβαρύνουν σημαντικά τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, με το 75% να αναφέρει ότι αποτελούν υψηλό ως πολύ υψηλό ποσοστό του προϋπολογισμού τους.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε ιδιαίτερα επιβαρυμένη θέση, με το αντίστοιχο ποσοστό να ανέρχεται στο 83%. Πρόκειται για το τρίτο υψηλότερο μετά τη Μολδαβία και τη Σερβία (87% και 85% αντίστοιχα).
Το 86% των Ευρωπαίων εκφράζει ανησυχία για το αν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στο κόστος των λογαριασμών ενέργειας (ρεύμα, φυσικό αέριο). Το 27% ανησυχεί πολύ ότι δεν θα μπορέσει να τους πληρώσει και το 59% ανησυχεί αλλά πιστεύει ότι θα τα καταφέρει.
Οι λογαριασμοί ενέργειας προβληματίζουν το 92% των Ελλήνων, με το 41% να εκφράζει φόβο ότι δεν θα μπορέσει να τους πληρώσει. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μαζί με τη Μολδαβία.
Η Ελλάδα εμφανίζεται η πλέον επιβαρυμένη χώρα της Ευρώπης από το κόστος των καυσίμων (βενζίνη, ντίζελ κλπ), με το 84% να ανησυχεί για το αν θα μπορεί να ανταποκριθεί, έναντι 73% του μέσου όρου. Το ποσοστό όσων ανησυχούν πολύ αγγίζει το 31%, έναντι 23% του μέσου όρου.
Το 62% των Ελλήνων έχουν αναγκαστεί κάποιες φορές ή συχνά να περιορίσουν άλλα σημαντικά έξοδα (δαπάνες υγείας ή διατροφής) για να πληρώσουν λογαριασμούς ενέργειας. Πρόκειται επίσης για το υψηλότερο ποσοστό μετά τη Μολδαβία (68%), ενώ ο μέσος όρος ανέρχεται στο 38%. Αντίστοιχες περικοπές έχει κάνει το 55% των Ελλήνων για να ανταποκριθεί στο κόστος των καυσίμων, έναντι 34% του μέσου όρου.
Τον περασμένο χειμώνα ο ένας στους τέσσερις Ευρωπαίους αντιμετώπιζε συχνά δυσκολίες να θερμάνει επαρκώς το σπίτι του, ενώ περισσότεροι από ένας στους δύο αντιμετώπισαν δυσκολίες τουλάχιστον περιστασιακά. Στην Ελλάδα συχνές δυσκολίες επαρκούς θέρμανσης αντιμετώπισε το 40%, ενώ μαζί με όσους είχαν έστω και περιστασιακές δυσκολίες το ποσοστό αγγίζει το 74%.
Το καλοκαίρι το πρόβλημα αντιστρέφεται αλλά δεν εξαφανίζεται. Το 30% των Ευρωπαίων δυσκολεύτηκε συχνά να δροσίσει επαρκώς το σπίτι του ενώ μαζί με όσους αντιμετώπισαν περιστασιακές δυσκολίες, το ποσοστό αυξάνεται στο 62%. Στην Ελλάδα το συνολικό ποσοστό ανέρχεται στο 74%, μακράν το υψηλότερο στην Ευρώπη. Συχνές δυσκολίες επαρκούς δροσισμού αντιμετώπισε το 40%, επίσης το υψηλότερο πανευρωπαϊκά































