Σύμφωνα με στοιχεία του Euronews και αναλύσεις που δημοσίευσε ο ΟΟΣΑ, η Ελλάδα και η Πολωνία σημείωσαν άνοδο στο πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών στην Ευρώπη για το 2025. Στην πλειονότητά τους οι ευρωπαϊκές χώρες είχαν θετικό πρόσημο, ενώ στον αντίποδα η Αυστρία κατέγραψε τη μεγαλύτερη μείωση.
Η μέτρηση της οικονομικής προόδου στην Ευρώπη
Τα ευρωπαϊκά κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί αξιοποιούν μια πληθώρα στατιστικών δεικτών προκειμένου να αποτιμήσουν την πορεία της οικονομικής δραστηριότητας στη γηραιά ήπειρο, με την άνοδο του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος να παραμένει διαχρονικά το πλέον διαδεδομένο εργαλείο μέτρησης.
Παρ’ όλα αυτά, η μεταβολή αυτού του δείκτη αδυνατεί να αποτυπώσει το ακριβές εισόδημα που φτάνει τελικά στους πολίτες, ακόμη κι αν γίνει η απαραίτητη προσαρμογή για τις πληθωριστικές πιέσεις. Αντίθετα, η μέτρηση του πραγματικού διαθέσιμου κατά κεφαλήν εισοδήματος των ιδιωτών προσφέρει μια πολύ πιο πιστή αναπαράσταση του πραγματικού βιοτικού επιπέδου, καθώς υπολογίζει τους πόρους που απομένουν πράγματι στις οικογένειες για καταναλωτικές ανάγκες ή για αποταμίευση.
Με βάση τα επίσημα στοιχεία, η συντριπτική πλειονότητα των κρατών σημείωσε θετική πορεία το προηγούμενο έτος. Ειδικότερα, από τις δεκαέξι χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου που τέθηκαν υπό εξέταση, οι δεκατέσσερις πέτυχαν ενίσχυση του συγκεκριμένου δείκτη σε ετήσια βάση, ενώ μόλις δύο ήρθαν αντιμέτωπες με κάμψη των μεγεθών τους.
Οι πρωταγωνιστές της εισοδηματικής ανόδου
Στην κορυφή της σχετικής κατάταξης βρέθηκε η Βαρσοβία, καταγράφοντας μια εντυπωσιακή άνοδο της τάξης του 4,1%. Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη χώρα κατέλαβε την πρώτη θέση τόσο το 2024 όσο και το 2025 καταδεικνύει μια σταθερή και δυναμική πορεία βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών για τους πολίτες της. Σύμφωνα με τις επισημάνσεις των αναλυτών, η εξέλιξη αυτή τροφοδοτήθηκε από τις σημαντικές αυξήσεις στους μισθούς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, οι οποίες υπερκάλυψαν με το παραπάνω τη μείωση των κρατικών επιδομάτων.
Αξιοσημείωτες επιδόσεις που ξεπέρασαν το όριο του 2% παρουσίασαν επίσης το Άμστερνταμ με 2,3% και η Λισαβόνα με 2%. Αμέσως μετά ακολούθησε η Κοπεγχάγη με 1,9%, η Αθήνα με 1,8% και η Μαδρίτη με 1,5%. Όσον αφορά την ελληνική περίπτωση, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η θετική αυτή μεταβολή οφείλεται κυρίως στην ενίσχυση των εσόδων από την ακίνητη περιουσία και τις εργασιακές αποδοχές, σε συνδυασμό με την υποχώρηση της ανεργίας στα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί από το 2009.
Παράλληλα, ρυθμούς ανόδου άνω της μίας ποσοστιαίας μονάδας εμφάνισαν οι Βρυξέλλες (1,4%), η Βουδαπέστη (1,2%) και η Στοκχόλμη (1,2%).
Η εικόνα στις ισχυρότερες ευρωπαϊκές οικονομίες
Ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις της ηπείρου, η Ιβηρική χερσόνησος κατέγραψε την καλύτερη επίδοση, ενώ στον αντίποδα η γαλλική αγορά κινήθηκε σε εξαιρετικά υποτονικούς ρυθμούς. Η Ρώμη κινήθηκε ακριβώς στον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών, παρουσιάζοντας ετήσια ενίσχυση 0,8%. Ωστόσο, η ιταλική αγορά βρέθηκε αντιμέτωπη με μια σοβαρή υποχώρηση κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους (-0,9%), ανακόπτοντας τη θετική πορεία του προηγούμενου τριμήνου (+0,4%), εξέλιξη που αποδίδεται στην αναζωπύρωση του πληθωρισμού και τον περιορισμό των προσόδων από ακίνητα.
Λίγο κάτω από τη μέση τιμή διαμορφώθηκαν οι επιδόσεις της Πράγας (0,7%), του Λονδίνου (0,7%) και του Βερολίνου (0,6%). Στη βρετανική επικράτεια καταγράφηκε μια αξιοσημείωτη ανάκαμψη στο κλείσιμο του έτους με άνοδο 1,1%, αναπληρώνοντας τις απώλειες του προηγούμενου τριμήνου (-1,2%). Η ανάκαμψη αυτή υπήρξε αποτέλεσμα των αυξημένων μισθών και επιδομάτων, σε συνδυασμό με τις φορολογικές ελαφρύνσεις στα εισοδήματα και την περιουσία. Στον αντίποδα, το Παρίσι παρουσίασε σχεδόν μηδενική μεταβολή, σημειώνοντας οριακή άνοδο μόλις 0,2%.
Οι αρνητικές εξαιρέσεις της γηραιάς ηπείρου
Στον αντίποδα, το Ελσίνκι και η Βιέννη αποτέλεσαν τις μοναδικές περιπτώσεις κρατών όπου καταγράφηκε καθαρή απώλεια αγοραστικής δύναμης για τους πολίτες, με τη μείωση να διαμορφώνεται στο -0,7% και -1,8% αντίστοιχα.
Αναφορικά με τη φινλανδική οικονομία, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η υποτονική αυτή εικόνα συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας κατά την τελευταία διετία, την άνοδο της ανεργίας και τις περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες με στόχο τη μείωση του ελλείμματος. Επιπλέον, καθοριστικό ρόλο στην πτώση αυτή έπαιξε και η αύξηση των φόρων στα εισοδήματα και την ακίνητη περιουσία.
Γενικευμένη επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης
Συνολικά, ο ρυθμός ανόδου του δείκτη παρουσίασε σημαντική επιβράδυνση σε ολόκληρο το εύρος των αναπτυγμένων χωρών, υποχωρώντας στο 0,8% έναντι του 2,1% που είχε επιτευχθεί το 2024. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2024 όλα τα κράτη της λίστας είχαν καταγράψει θετικά πρόσημα, ενώ κατά τη σύγκριση των δύο ετών, μόλις τέσσερις χώρες κατάφεραν να επιταχύνουν τον ρυθμό ανάπτυξής τους. Ανάμεσα σε αυτές, οι σημαντικότερες βελτιώσεις εντοπίστηκαν στο Βέλγιο (από 0,5% σε 1,4%) και στη Δανία (από 1% σε 1,9%), ενώ η Σουηδία και οι Κάτω Χώρες κατέγραψαν οριακά υψηλότερες επιδόσεις. Στον αντίποδα, η πιο δραματική μεταβολή παρατηρήθηκε στην Αυστρία, η οποία από το εντυπωσιακό +3,6% του 2024 διολίσθησε στο -1,8% το 2025.






























