Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος προειδοποιούν ότι οι πυρκαγιές, οι ξηρασίες και οι καύσωνες προκαλούν ζημιές δισεκατομμυρίων, επιταχύνοντας τον πληθωρισμό και μειώνοντας την ανάπτυξη. Καθώς το κενό ασφαλιστικής κάλυψης διευρύνεται, οι εθνικές κυβερνήσεις καλούνται να καλύψουν το κόστος, ενώ η έλλειψη ακριβών δεδομένων δυσχεραίνει τη διαχείριση των πόρων.
Ευρωπαϊκές οικονομικές επιπτώσεις από την κλιματική κρίση
Οι κλιματικοί κίνδυνοι, όπως οι ακραίες θερμοκρασίες, οι έντονες βροχοπτώσεις και οι παρατεταμένες ξηρασίες, απειλούν άμεσα την ανθρώπινη υγεία και τα οικοσυστήματα, επιβαρύνοντας ταυτόχρονα τα δημόσια οικονομικά των κρατών. Η κλιματική αλλαγή επιταχύνει τον πληθωρισμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τις οικονομικές απώλειες να αναμένεται να αυξηθούν καθώς ο πλανήτης θερμαίνεται, αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις να αναπροσαρμόσουν τους εθνικούς τους προϋπολογισμούς.
Ζημιές 822 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ευρώπη
Το πραγματικό οικονομικό κόστος από τους καύσωνες, την ξηρασία και τις πυρκαγιές εμφανίζεται στους δημόσιους λογαριασμούς με σημαντική καθυστέρηση. Μόλις υποχωρήσουν τα φαινόμενα, τα υπουργεία Οικονομικών καλούνται να αποζημιώσουν αγρότες, να αποκαταστήσουν υποδομές σε δρόμους και σιδηροδρόμους και να ενισχύσουν τις υπηρεσίες υγείας, απορροφώντας ταυτόχρονα τις απώλειες εσόδων από μια επιβραδυνόμενη οικονομία. Το βάρος αυτό συχνά ξεπερνά τα κυβερνητικά αποθεματικά, με την κατάσταση να κρίνεται ιδιαίτερα σοβαρή.
Στα τέλη Ιουλίου, η μισή έκταση της ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετώπιζαν συνθήκες ξηρασίας, ενώ το 9% βρισκόταν σε κατάσταση συναγερμού σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Ξηρασίας Copernicus. Παράλληλα, ποταμοί όπως ο Λίγηρας, ο Πάδος, ο Ρήνος και ο Δούναβης κατέγραψαν ιστορικά χαμηλά επίπεδα τον Αύγουστο. Μέχρι τις αρχές Αυγούστου, οι πυρκαγιές είχαν καταστρέψει πάνω από 505.000 εκτάρια, ξεπερνώντας το αντίστοιχο σημείο του 2025, που είχε χαρακτηριστεί ως η χειρότερη χρονιά στην ιστορία.
Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, τα ακραία καιρικά φαινόμενα προκάλεσαν άμεσες ζημίες ύψους 822 δισεκατομμυρίων ευρώ στην ΕΕ την περίοδο 1980-2024, με το ένα τέταρτο αυτών να σημειώνεται την τελευταία τετραετία. Ο οργανισμός τονίζει ότι πρόκειται για μια σταδιακή αλλαγή, καθώς η τάση των οικονομικών απωλειών αυξάνεται κατά 3,4% ετησίως, με τις εκτιμήσεις για το 2025 να δείχνουν περαιτέρω επιτάχυνση.
Οι κυβερνήσεις κάνουν λάθος υπολογισμό του λογαριασμού
Μόνο το ένα πέμπτο των ζημιών αυτών καλύπτεται από ασφαλιστικές εταιρείες, ενώ για φαινόμενα όπως η ξηρασία, ο καύσωνας και οι πυρκαγιές, η κάλυψη περιορίζεται στο 10% με 11%. Οι κίνδυνοι αυτοί συνδέονται με έμμεσες απώλειες, όπως η μειωμένη γεωργική παραγωγή, η απώλεια ωρών εργασίας και η υποβάθμιση των οικοσυστημάτων, οι οποίες είναι δύσκολο να αποτιμηθούν. Ως αποτέλεσμα, οι κυβερνήσεις αναλαμβάνουν τον ρόλο του ασφαλιστή έσχατης ανάγκης, αν και μόνο η Αυστρία, η Γαλλία, η Ουγγαρία και η Ιταλία διατηρούν ειδικά κεφάλαια για καταστροφές.
Το think tank Bruegel εκτιμά ότι η χρηματοδότηση της ΕΕ για καταστροφές την περίοδο 2028-2034 θα ανέλθει στα 5 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που καλύπτει μόλις το 10% με 15% των ζημιών που προκλήθηκαν από τις πλημμύρες στη Δυτική Ευρώπη το 2021. Στη Γαλλία, η υπουργός Οικολογικής Μετάβασης Μονίκ Μπαρμπούτ εκτίμησε το κόστος των καυσώνων σε 10 έως 15 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή το 0,3% με 0,5% του ΑΕΠ, αν και οι αριθμοί αυτοί αμφισβητήθηκαν από το εθνικό στατιστικό ινστιτούτο INSEE.
Στην Ισπανία, οι δαπάνες πυρόσβεσης υπολογίζονται από 1,7 έως 3,3 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζεται το κόστος αποκατάστασης, ενώ η χώρα έλαβε έκτακτη βοήθεια 120,55 εκατομμυρίων ευρώ για τις ζημιές του προηγούμενου έτους. Στην Πορτογαλία, η έλλειψη ενοποιημένων συστημάτων δεδομένων καθιστά αδύνατο τον ακριβή προσδιορισμό του κόστους ανά περιστατικό, καθώς τα οικονομικά και επιχειρησιακά δεδομένα παραμένουν κατακερματισμένα.
Έσοδα που δεν έρχονται ποτέ
Η οικονομική ζημιά δεν περιορίζεται μόνο στις δαπάνες, καθώς το ΑΕΠ τείνει να μειώνεται κατά 1,5% δύο χρόνια μετά από καύσωνα και κατά 3% τέσσερα χρόνια μετά από ξηρασία. Η ξηρασία του 2022 κόστισε στην ΕΕ 203 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ για το τρέχον καλοκαίρι η Triodos Bank εκτιμά το κόστος της ζέστης στα 180 δισεκατομμύρια ευρώ. Παρόλα αυτά, ορισμένοι αναλυτές, όπως ο Τόμας Ντβόρζακ της Oxford Economics, εκτιμούν ότι οι επιπτώσεις στην ευρύτερη οικονομία ενδέχεται να είναι πιο περιορισμένες λόγω αντισταθμιστικών δυνάμεων σε άλλους κλάδους.
Η έλλειψη νερού επηρεάζει καθοριστικά τις μεταφορές μέσω του Ρήνου, αλλά και την παραγωγή τροφίμων, με τις προβλέψεις για το ελαιόλαδο και τα δημητριακά να είναι μειωμένες. Η Oxford Economics αναμένει ότι οι κλιματικές συνθήκες θα προσθέσουν έως και 1% στον πληθωρισμό τροφίμων της ευρωζώνης, καθώς το κόστος μετακυλίεται σταδιακά από τους παραγωγούς στους καταναλωτές. Οι προβλέψεις πλέον ενσωματώνουν αυτά τα φαινόμενα στο βασικό σενάριο, με τον πληθωρισμό τροφίμων να αναμένεται γύρω στο 2,5%.
Ο κίνδυνος εντείνεται από τον λεγόμενο κύκλο καταστροφής για την κλιματική κυριαρχία, όπου οι ζημιές μειώνουν την ανάπτυξη και τα έσοδα, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού και περιορίζοντας τα κονδύλια για πρόληψη. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προειδοποιεί ότι μια ξηρασία που συμβαίνει μία φορά στα 25 χρόνια θα έθετε σε κίνδυνο το 15% του ΑΕΠ της ευρωζώνης. Παρά την ανάγκη για επενδύσεις προσαρμογής, τα τρέχοντα κονδύλια της ΕΕ υπολείπονται σημαντικά των εκτιμώμενων αναγκών, παρά τις προειδοποιήσεις του ΟΗΕ ότι κάθε ευρώ που δαπανάται για πρόληψη αποτρέπει δεκαπλάσιες απώλειες.





























