Ξυπνάνε πολύ νωρίς το πρωί, κατά τις έξι, πριν ακόμα ξημερώσει. Την ώρα που όλοι κοιμούνται και στην παραλία είναι ερημιά και μόνο δυο τρεις κάθονται στραμμένοι προς την ανατολή περιμένοντας τον κατακόκκινο δίσκο του ήλιου να ξεπροβάλει.
Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδης
Είναι οι πρώτοι που θα μπουν στη θάλασσα κατά τις επτά, όχι τόσο για να κολυμπήσουν, αλλά για άσκηση άκρη-άκρη στα ρηχά. Οι κινήσεις τους είναι αργές και προσεκτικές. Στην αρχή βρέχουν το σώμα με το χέρι δέκα λεπτά μέχρι να συνηθίσουν το νερό. Οι γιαγιάδες φοράνε ένα παλιομοδίτικο ολόσωμο μαγιό και οι παππούδες πάνινο καπέλο.
Απολαμβάνουν τη θάλασσα και πιάνουν κουβέντα μεταξύ τους σαν να πίνουν καφεδάκι. Πότε ήλθαν, πόσες μέρες θα μείνουν, σε ποια σχολή πέρασε ο εγγονός, ρύζι καρολίνα για τα γεμιστά, πόση ζάχαρη έβαλαν για να φτιάξουν την μαρμελάδα. Και σχολιάζουν τα πάντα. Από τον καιρό και την ακρίβεια μέχρι κουτσομπολιό, ποιος πέθανε, ποιος χώρισε. Από τις φωτιές μέχρι τα πολιτικά και τα τελευταία νέα στην τηλεόραση.
– «Είναι η καλύτερη ώρα», λέει ένας ογδόντα της. «Η θάλασσα είναι πάντα ήσυχη και ζεστή. Ο γιατρός μού είπε ότι βοηθάει στη μέση και στα αρθριτικά. Βλέπεις, έχω δύο δισκοκήλες».
– «Και γιατί δεν κάνεις εγχείρηση;»
– «Όταν φτάνεις σ’ αυτήν την ηλικία χρειάζεσαι γενική επισκευή. Είναι σαν το μοντέλο αυτοκινήτου που το εργοστάσιο έκλεισε και δεν παράγει πλέον ανταλλακτικά…
– Και το μπάνιο στη θάλασσα σε βοηθάει;
– Πάρα πολύ, το καλοκαίρι.
– Και το χειμώνα;
– Έχω ένα σκυλάκι και το βγάζω βόλτα για να ξεσκάσει. Να κάνω κι εγώ την άσκηση που μου είπε ο γιατρός για τις δισκοκήλες…


























