Εν όψει των χειμερινών εκπτώσεων μετά τη «χαοτική» εορταστική περίοδο, τα εμπορικά καταστήματα σε όλη τη χώρα ανοίγουν -προαιρετικά- και Κυριακές για τον Ιανουάριο, με προτεινόμενο ωράριο 11:00-18:00. Η αλήθεια είναι ότι η ανοιχτή αγορά τις Κυριακές έχει αρκετά οφέλη για τον μέσο εργαζόμενο καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να κάνει τα ψώνια του πιο άνετα το Σαββατοκύριακο, πόσο μάλλον στην εκπτωτική περίοδο που δημιουργεί πιο ευνοϊκές συνθήκες για αγορές.
Ισχύει, όμως, αυτό στην πράξη, και ειδικότερα σε μια «επαρχιακή» αγορά; Το «Ολύμπιο Βήμα» μίλησε με τον Πρόεδρο του Εμπορικού Συλλόγου Κατερίνης Κώστα Ρέχα για το τι συμβαίνει στην αγορά της Κατερίνης στη χειμερινή εκπτωτική περίοδο που θα κρατήσει έως και τέλη Φεβρουαρίου.
«Ως Εμπορικός Σύλλογος Κατερίνης, δεν υποστηρίζουμε το να ανοίγει η αγορά τις Κυριακές, καθώς πιστεύουμε ότι είναι μία μέρα ξεκούρασης που πρέπει να αφιερώνεται στην οικογένεια, σε κάποια βόλτα ή εξόρμηση, και όχι στη δουλειά. Είναι πάντα προαιρετικό, οπότε στην Κατερίνη την Κυριακή 18 Ιανουαρίου άνοιξαν ελάχιστα μαγαζιά, ούτε το 10% της τοπικής αγοράς, χωρίς όμως να κυκλοφορεί κόσμος για ψώνια, δεν υπήρχε ψυχή έξω. Τις Κυριακές, ο κόσμος μιας επαρχιακής πόλης θα επιλέξει μία μεγαλύτερη αγορά π.χ. της Θεσσαλονίκης, η οποία συγκεντρώνει κόσμο από όλες τις επαρχίες της Περιφέρειας.
Όσον αφορά τις χειμερινές εκπτώσεις, ούτε αυτές ξεκίνησαν καλά. Ήταν αναμενόμενο, καθώς και μέσα στις γιορτές ήταν υποτονική η αγορά, ο κόσμος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ψωνίζει. Ξέρουν ότι θα ακολουθήσει εκπτωτική περίοδος, οπότε τα αφήνουν για τότε, και για τις γενναίες εκπτώσεις των 30-50%+. Αυτές οι μεγάλες εκπτώσεις κανονικά γίνονται προς το τέλος της περιόδου, δηλαδή τέλη Φεβρουαρίου, ωστόσο κάποια καταστήματα στην Κατερίνη έχουν ήδη αρχίσει καθώς δεν πάνε καλά τα πράγματα.
Αυτό οφείλεται σε τρία πράγματα:
Το πρώτο και κύριο πρόβλημα είναι η οικονομική ανέχεια του μέσου καταναλωτή∙ ένα νοικοκυριό, που με τον βασικό μισθό προσπαθεί να καλύψει τα βασικά έξοδα επιβίωσης (ανελαστικές δαπάνες), δεν έχει περίσσευμα για να βγει να ψωνίσει, και η αγορά πάντα λειτουργεί με το περίσσευμα του καθενός. Αυτό το πρόβλημα συνδέεται, επίσης, με την ακρίβεια και με τη συνεχή φτωχοποίηση και τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών: μπορεί, φαινομενικά, το εισόδημά τους να αυξάνεται κατά ένα ποσοστό, αλλά ταυτόχρονα ακριβαίνουν κατά μεγάλο ποσοστό και όλα τα έξοδά, έτσι στην ουσία μειώνεται η αγοραστική του δύναμη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επιλέγει ο κόσμος την πιο φθηνή αγορά, τις ασιατικές πλατφόρμες και το διαδικτυακό εμπόριο, αυτό είναι και το δεύτερο πρόβλημα. Αυτές οι πλατφόρμες έχουν ανέβει τα τελευταία χρόνια, καθώς μέσα στην ακρίβεια της εποχής, ο καταναλωτής θα επιλέξει να δώσει τα λιγότερα δυνατόν χρήματα για ρούχα, τεχνολογικά αξεσουάρ κλπ. Πρόκειται, όμως, για προϊόντα με πολύ χαμηλή ποιότητα, που χαλάνε γρήγορα, και σε καμία περίπτωση δεν αξίζει να επενδύει κανείς σ’ αυτά. Το τρίτο πρόβλημα είναι οι μεγάλες αλυσίδες, που σιγά σιγά μπαίνουν όλο και περισσότερες στις μικρές πόλεις. Αυτές θέτουν σε κίνδυνο το μικρό λιανεμπόριο μιας επαρχίας, το οποίο δεν έχει και καμία στήριξη από το κράτος.»
Η χειμερινή εκπτωτική περίοδος, αν και δεν είχε καλό ξεκίνημα, συνεχίζεται έως και τον Φεβρουάριο, με ορισμένα καταστήματα να ανοίγουν και τις Κυριακές.



























