Το πρωί που οι γονείς της φώναζαν ο ένας στον άλλον, ένα επτάχρονο κορίτσι στο Μπρονξ πήρε μια σιωπηλή απόφαση. Ήταν το 1962. Το διαμέρισμα μικρό. Η κουζίνα μετά βίας χωρούσε δύο ενήλικες που μάλωναν μέσα σε αυτήν.
Το πάτωμα από λινόλεουμ, φθαρμένο, γυαλισμένο σε σημεία από τα βήματα. Τα παράθυρα έτριζαν κάθε φορά που περνούσε το τρένο λίγα τετράγωνα πιο πέρα.
Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδης
Στη μέση του θορύβου στεκόταν η Σόνια Σοτομαγιόρ.
Τρεις εβδομάδες νωρίτερα, οι γιατροί είχαν δώσει τη διάγνωση:
Διαβήτης Τύπου 1. Την εποχή εκείνη, αυτό σήμαινε κάτι βαρύ. Η θεραπεία δύσκολη. Ο έλεγχος πρωτόγονος.
Οι γονείς της προσπαθούσαν να αποφασίσουν ποιος θα της κάνει την ένεση εκείνο το πρωί. Τα χέρια του πατέρα της έτρεμαν. Η μητέρα της δούλευε ήδη πέρα από τα όριά της. Ο καυγάς ανέβαινε.
Η Σόνια μπήκε στην κουζίνα. Έσυρε μια ξύλινη καρέκλα. Τα πόδια της καρέκλας έγδαραν το πάτωμα. Σκαρφάλωσε, πήρε και γέμισε μια μικρή κατσαρόλα με νερό και άναψε το μάτι. Από μια μεταλλική θήκη πήρε τη γυάλινη σύριγγα και την έβαλε να βράσει στο νερό.
«Θα το κάνω μόνη μου», είπε.
Και το έκανε.
Το επόμενο πρωί το ξανάκανε. Και το επόμενο.
Η διαδικασία επαναλαμβανόταν. Το νερό να βράσει. Η σύριγγα μέσα. Να τραβήξει την ινσουλίνη. Να βρει σημείο στο σώμα της. Να μην τρέμει.
Το δέρμα της γέμιζε εύκολα μελανιές. Οι βελόνες ήταν μεγάλες. Την πρώτη φορά που τις είδε από κοντά, έτρεξε έξω από το κτίριο και κρύφτηκε κάτω από ένα αυτοκίνητο. Χρειάστηκε να τη σύρουν από τους αστραγάλους.
Η αναμονή για το νερό ήταν ίσως το χειρότερο μέρος της διαδικασίας. Έτσι έφτιαξε έναν τρόπο να μην τη χάνει.
Βάζεις το νερό.
Ντύνεσαι όσο ζεσταίνεται.
Πλένεις δόντια.
Ετοιμάζεις τα βιβλία.
Όταν βράσει, τελειώνεις γρήγορα.
Πρωινό στο χέρι. Τρέξιμο για το σχολικό λεωφορείο.
Δύο χρόνια αργότερα, ο πατέρας της πέθανε. Το διαμέρισμα έμεινε ίδιο, αλλά τώρα φαινόταν μικρότερο. Η μητέρα της μεγάλωνε μόνη της δύο παιδιά στο Bronxdale Houses. Δούλευε συνεχώς. Το σπίτι ήταν άλλοτε κρύο, άλλοτε αποπνικτικό. Ο χώρος λίγος.
Αλλά υπήρχαν βιβλία.
Η Σόνια διάβαζε. Οι ιστορίες άνοιγαν χώρο εκεί που δεν υπήρχε. Για ένα διάστημα φαντάστηκε τον εαυτό της ντετέκτιβ. Μετά της είπαν ότι δεν ήταν μια ζωή που μπορούσε να αντέξει το σώμα της. Έτσι, το άφησε.
Η αντικατάσταση ήρθε ένα βράδυ στην τηλεόραση. Ήταν ο Perry Mason, δικαστήριο. Ερωτήσεις. Σιωπές που μετρούσαν. Τα μάτια της καρφώθηκαν στον δικαστή που καθόταν ψηλά και άκουγε.
Εκείνο το βράδυ είπε στη μητέρα της: «Θα γίνω δικηγόρος. Μετά δικαστής».
Η μητέρα της δεν την πήρε στα σοβαρά, εντούτοις έγνεψε με συγκατάβαση.
Στο σχολείο ξεχώρισε νωρίς. Στο Cardinal Spellman μπήκε στο debate (Ρητορική). Έμαθε να στήνει σκέψη, να την κρατά, να την υπερασπίζεται.
Ένας σύμβουλος της είπε να κάνει αίτηση να φοιτήσει σε σχολεία που δεν ήξερε καν ότι υπήρχαν.
Έκανε.
Το Princeton την δέχτηκε. Έφτασε το 1972 με μια βαλίτσα και ό,τι χρειαζόταν για να κρατά τον εαυτό της όρθιο.
Η αρχή ήταν δύσκολη. Άλλοι φοιτητές μιλούσαν για πράγματα που δεν είχε ακούσει ποτέ. Σε μια συζήτηση τη ρώτησαν αν ήξερε την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Δεν ήξερε.
Οι πρώτοι βαθμοί δεν ήταν καλοί, αλλά στερήθηκε τις διακοπές το καλοκαίρι και δούλεψε πάνω σε ό,τι της έλειπε. Γλώσσα, γραφή, δομή.
Όταν αποφοίτησε, ήταν από τους καλύτερους αριστούχος.
Συνέχισε στο Yale.
Κάθε πρωί, η ίδια κίνηση. Η ίδια σειρά με επιμονή και υπομονή. Με αφοσίωση και πίστη στο όνειρό της, αυτό που ξεκίνησε πριν από χρόνια σαν παιδί στο στενό ημιυπόγειο.
Η νομική καριέρα ήρθε με δουλειά. Ως εισαγγελέας στο Μανχάταν χειρίστηκε υποθέσεις που δεν άφηναν περιθώριο για λάθη. Δεν έκανε πίσω. Το 1992 διορίστηκε ομοσπονδιακή δικαστής στη Νέα Υόρκη. Το 2009 μπήκε στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ήταν η πρώτη Ισπανόφωνη δικαστής και η τρίτη γυναίκα που έφτασε εκεί. Και ήταν μόλις πενήντα πέντε ετών.
Οι γιατροί κάποτε δεν ήταν σίγουροι αν θα έφτανε τα πενήντα.
Σήμερα συνεχίζει από εκεί που ξεκίνησε σε μια μικρή κουζίνα στο Μπρονξ, όταν ένα παιδί έσυρε μια καρέκλα, έβαλε νερό να βράσει την σύριγγα και αποφάσισε ότι θα πάρει τη ζωή της στα δικά της χέρια.





























