Στην εφημερίδα «Ολύμπιο Βήμα» φιλοξενούμε τον συγγραφέα κύριο Νίκο Παπαδόπουλο με αφορμή το νέο του βιβλίο «Χόρτασα δεν χόρτασα», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ενύπνιο. Ένα κείμενο που ακουμπά την ανθρώπινη κούραση, τη λαχτάρα και εκείνη τη λεπτή γραμμή όπου το «φτάνει» συνυπάρχει με το «κι άλλο».
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Τι σημαίνει για εσάς ο τίτλος «Χόρτασα δεν χόρτασα»;
Ν. Π.: Έχω στο μυαλό μου την αμφιθυμία που κάποιες φορές μπορεί να μας καταλάβει. Από τη μία θέλουμε, από την άλλη δεν θέλουμε. Από τη μία δεν αντέχουμε άλλο, από την άλλη ζητάμε κι άλλο. Με αυτόν τον τίτλο, προσπαθώ να συμπυκνώσω τις ψυχολογικές καταστάσεις των δύο πρωταγωνιστών. Και οι δύο, το αγόρι και το κορίτσι, περνούν από τη φάση χόρτασα στη φάση δεν χόρτασα, ξανά και ξανά, μέχρι να τελειώσει το δείπνο τους.
Η αφήγηση ξεκινά με μια ένταση, με αναμονή, με εκείνο το «κάτι πρόκειται να συμβεί». Γιατί επιλέξατε να μπείτε έτσι, σχεδόν χωρίς ανάσα; Τι θέλατε να νιώσει ο αναγνώστης από την πρώτη σελίδα;
Ν. Π.: Ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο μόνο με αυτή την εικόνα στο μυαλό μου, έναν τύπο που τον έχει καλέσει η πρώην του να δειπνήσουν μαζί, μετά από χρόνια. Παρκάρει, σκέφτεται, έχει αμφιβολίες, αγωνίες. Θα ήθελα να δημιουργηθεί αυτή η αίσθηση στον αναγνώστη, να προσπαθήσει να μπει στα παπούτσια του. Θα μου άρεσε o αναγνώστης να μπει στο σύμπαν του βιβλίου ακριβώς όπως ο πρωταγωνιστής μπαίνει στο σπίτι της κοπέλας: με έκδηλη αγωνία, με συγκρατημένη αισιοδοξία.
Ποιος είναι ο κεντρικός «κόμπος» του βιβλίου σας;
Ν. Π.: Νομίζω ο πυρήνας του βιβλίου είναι ένα λοβ στόρυ, από αυτά που έχουμε μάθει να βλέπουμε στις ταινίες και στις σειρές, από αυτά που ακούμε σε τραγούδια, από αυτά που ζουν άνθρωποι γύρω μας. Μια τέλεια εικόνα, boy meets girl και happily ever after, γιατί μπορεί να χώρισαν αλλά ίσως να τα ξαναβρούν, τώρα που πέρασαν τα χρόνια κι έχουν ωριμάσει, έτσι δεν είναι;
Αλλά καμιά φορά, αν πλησιάσεις πολύ κοντά σε αυτή την εικόνα, μπορείς να μυρίσεις τη σαπίλα και να δεις τα μυγάκια που πετάνε ολόγυρα.
Οι ήρωές σας, όσο «καθημερινοί» κι αν φαίνονται, κουβαλούν μέσα τους έναν υπόγειο θυμό ή μια σιωπηλή παραίτηση. Πώς χτίσατε αυτές τις εσωτερικές εντάσεις, χωρίς να τις κάνετε κραυγαλέες ή διδακτικές;
Ν. Π.: Άφησα τους ήρωες ελεύθερους, να πουν τα πράγματα που είχαν να πουν, και με τις λέξεις τους και με τις πράξεις τους και με τις σκέψεις τους. Με ενδιαφέρει πολύ να βρω την προφορικότητα στον τρόπο που οι ήρωες μιλάνε και σκέφτονται, και προσπαθώ συνειδητά να αποφύγω να τους βάζω τις δικές μου σκέψεις στα χείλη τους. Ας πουν ό,τι είναι να πουν, κι ας μη συμφωνώ εγώ, δεν πειράζει. Αρκεί να μοιάζουν αληθινοί.
Το βιβλίο σας μοιάζει να μιλά για το σώμα, την επιθυμία και την εξάντληση σαν να είναι το ίδιο πεδίο μάχης. Πού τελειώνει η ανάγκη και πού αρχίζει η αυτοκαταστροφή; Υπάρχει «μέτρο» ή είναι κι αυτό ένα ψέμα που λέμε για να αντέχουμε;
Ν. Π.: Δεν μπορώ να δω τα συναισθήματα και τις σκέψεις αποκομμένες από τη σωματικότητά τους, γι’ αυτό και οι ήρωες φιλτράρουν όσα νιώθουν κι όσα σκέφτονται μέσα από τις σωματικές τους ανάγκες κι επιθυμίες, αλλά και μέσα από τον σωματικό πόνο και αδυναμία. Οι ήρωες αντιλαμβάνονται την επιθυμία και τη θλίψη, την απώλεια και τη δίψα, μέσω του σώματος, κι εκεί μεταφέρουν το πεδίο της μάχης. Χωρίς τη σωματικότητα, η αυτοκαταστροφή μοιάζει απλώς μία πόζα, ένα στιγμιότυπο. Οι ήρωες του βιβλίου έχουν ανάγκη να βάλουν ένα τέλος, να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με τους ίδιους τους εαυτούς τους. Γι’ αυτό, μπορεί και να χρειαστεί να πολεμήσουν το ίδιο τους το σώμα.
Αν ο αναγνώστης κρατήσει μία μόνο φράση-αίσθηση από το βιβλίο, θέλετε να είναι «πόνεσα», «άντεξα», «έφυγα», «επέστρεψα» ή κάτι πιο δύσκολο: «είδα καθαρά»;
Ν. Π.: Θα ήθελα να κρατήσει μία φράση: «Δεν είσαι καλά». Μου φαίνεται κάτι χρήσιμο, ας το βάλουμε στην τσέπη μας για να το χρησιμοποιήσουμε όταν δούμε κάποιο άτομο γύρω μας που δεν είναι καλά, κι ας το προσφέρουμε. Μπορεί και κάπου να βοηθήσει.
Υπάρχει στο βιβλίο σας μια διακριτική κοινωνική ματιά: εργασία, σχέσεις, εξουσία, όρια, συμβιβασμοί. Θέλατε να δείξετε πώς η κοινωνία σπρώχνει τους ανθρώπους σε ρόλους, ή πώς οι άνθρωποι ζητούν οι ίδιοι τη φυλακή τους για να νιώθουν ασφαλείς;
Ν. Π.: Θέλω να σκέφτομαι τους ήρωες του βιβλίου ως παιδιά της γενιάς μου. Μία γενιά που μεγαλώνει μέσα από οικονομικές κρίσεις, μέσα από συνεχείς ματαιώσεις, μέσα από εξαντλητικές συνθήκες εργασίας ή μέσα από αγωνιώδεις προσπάθειες να κάνουν κάτι. Αυτά τα παιδιά έχουν αφομοιώσει κι εσωτερικεύσει μια σειρά από σκέψεις και συμπεριφορές που έσκασαν πάνω τους από τον κόσμο που τους μεγάλωσε, και μετά τις στρέφουν ο ένας απέναντι στην άλλη.
Για μένα, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δω ποιος μπορεί να ταυτιστεί με τον τρόπο που σκέφτονται και μιλάνε οι ήρωες. Με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι ήρωες την πραγματικότητα. Ακόμη κι αν δεν μιλάω στο βιβλίο για όλα αυτά, αναρωτιέμαι αν οι αναγνώστριες μπορούν να σκεφτούν τους ήρωες να πίνουν στο ίδιο μπαρ, να τρώνε στην ίδια ταβέρνα, να στέκονται στον ίδιο συρμό του μετρό. Αναρωτιέμαι αν στην επόμενη ιστορία που θα ακούσουν από κάποια φίλη, μπορεί να σκεφτούν τους ήρωες αυτού του βιβλίου, για καλό ή για κακό.
Η αφιέρωση «Για εκείνες που χορεύουν ακόμη» κουβαλά μια ολόκληρη στάση ζωής. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι για εσάς;
Ν. Π.: Είναι εκείνες που μπορεί να λυγίζουν, αλλά δεν σπάνε, που αντέχουν τη θλίψη των υλικών, και η απάντηση που έχουν σε όλο αυτό είναι να συνεχίσουν να χορεύουν. Υπάρχει κάτι γοητευτικό στη σωματικότητα της αντίδρασης απέναντι σε όσα μπορεί να έχουν συμβεί. Όπως η ηρωίδα του βιβλίου, η αυτοκαταστροφή της έκρυβε μέσα και μια λύτρωση, που ήρθε ακριβώς επειδή μια άλλη κοπέλα που συνεχίζει να χορεύει ακόμη την είδε και της είπε «Δεν είσαι καλά».
Αν το «χόρτασα» είναι η στιγμή που λες «ως εδώ» και το «δεν χόρτασα» η στιγμή που λες «δεν μου φτάνει», ποια από τις δύο φωνές φοβάστε περισσότερο μέσα μας;
Ν. Π.: Φοβάμαι και τα δύο. Δεν ξέρω αν μπορώ να ζήσω στο χόρτασα ή στο δεν χόρτασα. Γι’ αυτό και προσπαθώ να κινούμαι κάπου ενδιάμεσα, στο χόρτασα δεν χόρτασα.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας, και μέσα από ένα βιβλίο όπως το «Χόρτασα δεν χόρτασα», μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση;
Ν. Π.: Υπάρχει πάντοτε η φαντασίωση ότι υπάρχει εκεί έξω ένας αναγνώστης ή μία αναγνώστρια, που βρίσκεται λίγο πριν πάρει μία πολύ σημαντική απόφαση. Μακάρι αυτό το βιβλίο να τον/την βρει και να συμβούν αυτές οι μαγικές συνάψεις, που συμβαίνουν όταν πιάνεις στα χέρια σου ένα βιβλίο και νιώθεις ότι μιλάει για σένα και μόνο. Ακόμη κι αν βρει μόνο μία τέτοια αναγνώστρια, μόνο έναν τέτοιο αναγνώστη, εγώ είμαι ΟΚ. Κι ας μην αλλάξει τον κόσμο το Χόρτασα δεν χόρτασα.




















































