Ο χάρτης του εκδότη Γ. Κοντογόνη (1910), ο τελευταίος χάρτης που αναφέρεται στην περιοχή πριν από την απελευθέρωση, είναι αναλυτικός και, επιπλέον, παραθέτει και την σύνθεση του πληθυσμού ανά οικισμό.
«Οι κάτοικοί της το μεν θέρος είναι 5.000, τον δε χειμώνα φτάνουν τις 7.000 έως 9.000»
Ως χριστιανικά χωριά αναφέρονται: Κολινδρός, Παληανέστη, Κεραμίδι, Άγ. Δημήτριος, Λιτόχωρον, Δράνιστα, Μηλιά, Μπουδάγια, Ρετίνη, Ζιάζακον, Μπριάζα, Σκουτέρνα, Καρυαί, Σπι, Χράνη, Βροντού, Καρύτσα, Κολοκούρι, Μαλαθριά, Κουντουριώτισσα, Μόρενα. Ως τουρκικό χωριό αναφέρεται η Τόχοβα. Ως μικτά: Κατερίνα, Ελευθεροχώρι, Κανταχάς και Κορινός. Χωρίς ένδειξη για τη σύνθεση του πληθυσμού: Αρονά, Πάλιανη, Καστανιά, Κούκκος, Ανδριανός, Λεπτοκαρυά, Σκοτίνα, Παντελεήμων, Πλαταμών και Καρυά. Οι Σκάλες που υπάρχουν στο χάρτη είναι: Ελευθεροχωρίου, Κίτρους, Τούζλας, Κορινού, Βρωμερής, Κατερίνης, Στόλου, Λιτοχώρου (Άγ. Θεόδωροι), Λεπτοκαρυάς και Σκοτίνας. Ποτάμια και ρέματα: Τοπάλιτσα, Παληοκλήσα, Πέλεκας, Μαυρονέρι, Βαρικός, Μαυρόλογγος, Ζυς (Ζιλιάνα) και πολλά ακόμη μικρότερα, χωρίς όνομα. Τέλος υπάρχουν αρκετοί μικροί οικισμοί: Καλύβια Σπορλίτας, Καλύβια Μπρατίνιστας (Λιβάδια), Καλύβια Κόκοβας, Καλύβια Σκουτέρνας (Αρονά), Καλύβια Δράνιστας, Μπάρα Μηλιάς, Χάνι Μηλιάς, Φτέρη (Θέρετρον Καρύτσας), Καλύβια Σαρακατσαναίων, Μπάρα (Καλύβια Κοκκινοπλού), Καλύβια Σκοτίνας και Ερείπια Μεθώνης, Ποτιδαίας, Πέτρας, Χωρίου Λόκοβα, Παλαιού Ζιαζάκου, το εργοστάσιο Γέφυρας Καραβίδα και τα μεταλλεία σιδήρου και χρωμίου.
Λίγο πιο πριν είχε προηγηθεί ο μακεδονικός αγώνας στον οποίο συμμετείχαν και πολλοί Κατερινιώτες—λιγότερο γνωστοί στο πλατύ κοινό γι’ αυτό και αποκαλούνται αφανείς.
Ως «αφανείς γηγενείς Μακεδονομάχοι» που συμμετείχαν στον μακεδονικό αγώνα με διάφορους βαθμούς (οπλίτης, υπαρχηγός, πράκτορας α΄, β΄ ή γ΄ τάξης, ομαδάρχης ένοπλης ομάδας κλπ.) κατά την περίοδο 1903-1909 αναφέρονται από τον ιστορικό Ιωάννη Κολιόπουλο οι εξής Κατερινιώτες: Αθανάσιος Γιώργας ή Νταούκας, Γεώργιος Δάλλας (συνεργάστηκε με τον Μ. Αναγνωστόπουλο [Ματαπά]), Κωνσταντίνος Καρανίκας, Κωνσταντίνος Καραντζάς ή Σύρρος, Σπυρίδων Μανάκος ή Μούλιος, Νικόλαος Μπαμπανίκας, Δημήτριος Μπίντας, Σπυρίδων Παπαγεωργίου, Αλκιβιάδης Παπαδημητρίου, Αστέριος Παπαζήσης, Ιωάννης Πάστρας, Ιωάννης Στάθης, Νικόλαος Στρεμπίνας, Νικόλαος Τεγούλιας, Τζιμογεώργης Δημήτριος (σύνδεσμος του Κέντρου Θεσσαλονίκης με τα σώματα του Ρόκα, του Αναγνωστόπουλου κα του Μαλέα από το 1903 έως το 1909). Καταγράφονται ακόμη από την περιοχή των ορίων του σημερινού Δήμου Κατερίνης: Χριστόδουλος Παπαγιάννης (από τον Άγιο Ιωάννη), Αθανάσιος Χασιώτης (Ελατοχώρι), Ταξίαρχος Ζάχου (Καλλιθέα), Κωνσταντίνος Πολίζος (Καλλιθέα), Γούσιος Γώτας (Καλύβια Πιερίας), Δημήτριος Μαυρομάτης (Μηλιά).
Αμέσως μετά την απελευθέρωση της πόλης διορίζεται στην Κατερίνη Κυβερνητικός Επίτροπος ο Κ. Δαραλέξης, Γραμματέας πρώτης τάξεως του Υπουργείου Εσωτερικών.
Ο Επίτροπος στις αρχές Νοεμβρίου έστειλε στην ελληνική Κυβέρνηση την πρώτη λεπτομερή διοικητική έκθεση, στην οποία διαβάζουμε:
Οι κάτοικοί της το μεν θέρος είναι 5.000, τον δε χειμώνα φτάνουν τις 7.000 έως 9.000, λόγω της συγκεντρώσεως βλαχοφώνων κατοίκων από το Λιβάδι (Βλαχολίβαδο), Σαρακατσαναίων και Αρβανιτόβλαχων, που κατεβαίνουν για διαχείμαση από την Κορυτσά, την Καστοριά και το Σέλι Βεροίας. Η Αικατερίνη έχει επίσης Διοικητήριο ξύλινο, στρατώνα λιθόκτιστο, τζαμί, δύο σχολεία αρρένων, δύο εκκλησίες και υδρόμυλους.
Ειδικότερα, μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας σε σχετικό πίνακα του πληθυσμού της υποδιοικήσεως Κατερίνης (16 Αυγούστου 1913) οι κάτοικοι της πόλης έχουν ως εξής: Έλληνες ορθόδοξοι 1.695 άρρενες και 1.613 θήλεις, σύνολο 3.308. Μουσουλμάνοι άρρενες 879 και 901 θήλεις, σύνολο 1.780. Ο συνολικός αριθμός της πόλης που κατοικούσε σε 1.000 οικίες ανέρχεται σε 5.088 κατοίκους.
Μικροϊστορικά του Αντώνη Κάλφα


























