Η Ελένη Τζήκα, στο βιβλίο της Σσς…μας ακούει ο κόσμος (Ακρίτας 2003) περιγράφει με μοναδική ειλικρίνεια, κοινωνική και πολιτισμική ευαισθησία, όχι μόνο το πλαίσιο της εποχής αλλά και με έκδηλη τη γυναικεία γραφή, τη γυναικεία οπτική, τη γυναικεία διαπεραστική οξύτητα: Το μυθιστόρημα συνοψίζει πρακτικές και συμπεριφορές της γυναικείας καταπίεσης όπως αυτές ασκούνταν στη μεσοπολεμική ημιπατριαρχική ελληνική περιφέρεια: από την κατανομή των εργασιών στο σπίτι μέχρι τον κοινωνικό καταναγκασμό, την υποταγή στις παραδεδομένες κυρίαρχες ανδρικές αντιλήψεις, στη στάση του σώματος, στο κουτσομπολιό, σε αυτό που αποκαλούμε ιδιωτικό χώρο.
Πέρυσι, στο ωραίο αυτοβιογραφικό κείμενό της «Αχ, το χωριό μου, που το κουβαλώ και με κουβαλά» (Ιστορικά της Μηλιάς. 60 χρόνια Λαζαίοι (1964-2024). Κάτω Μηλιά 2025) η πεζογράφος με πολύ σεβασμό και συγκίνηση αναπολεί τα παιδικά της χρόνια, τους κοντινούς της ανθρώπους.
«Αχ, το χωριό μου, που το κουβαλώ και με κουβαλά και με ταξιδεύει στο παρελθόν και στο σήμερα και στο μέλλον. Ο τόπος και ο χρόνος που έρχεσαι στον κόσμο σε διαμορφώνει, σε καθορίζει. Ζυμώνεται μαζί σου και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τον εαυτό σου απ’ το χώμα που άνοιξες πρώτη φορά τα μάτια σου. Σεβάσμιες μορφές παππούδων, γιαγιάδων ξεπηδούν μέσα απ’ τις αναμνήσεις σου και στέκονται μπροστά σου να σου υπενθυμίζουν την συνέχεια της ελληνικής φυλής. […] Τα βράδια ένας ουρανός κατάσπαρτος μ’ αστέρια να σου γελούν σαν αγαπημένα χιλιάδες μάτια. Αχ, το χωριό μου που και το κουβαλώ και με κουβαλάει και με ταξιδεύει σαν βαρκούλα στο πέλαγος της ζωής, το ταξίδι και το λιμάνι μαζί. Α, ναι, και η έμπνευσή μου. Το βιβλίο μου, με τίτλο «Σσσ… μας ακούει ο κόσμος» καθώς και το υπό έκδοση βιβλίο μου με τίτλο «Δε θα σε πιάσω στα χέρια μου!» αναφέρονται στη Μηλιά, το χωριό μου».
57 ιστορίες στις οποίες κυριαρχεί «ο μόχθος, ο κόπος και τα βάσανα μιας τυραννισμένης, πικρής ζωής»
Στα μικροκείμενα/ιστορίες Μπονσάι του βιβλίου «Δε θα σε πιάσω στα χέρια μου!»–αφηγήματα τα αποκαλεί η ίδια αλλά θα μπορούσαν να αποτελούν και μυθιστορία φεμινιστικής κοπής—το χωριό της, η Μηλιά, πρωταγωνιστεί (παρά τον παραπειστικό τόπο δράσης που μας παρέχει την πληροφορία πως πρόκειται για το χωριό Κρυοπηγή) δίνοντάς μας με σπαρταριστό λόγο, ενίοτε και με δόσεις χιούμορ, πτυχές του καθημερινού βίου στο χωριό μέσα από τα μάτια της έξυπνης παιδικής θηλυκότητας.
Η γλώσσα είναι μικροπερίοδη, με πολλές ατάκες, ανήσυχη, γρήγορη και καυστική όταν μάλιστα καυτηριάζει συμπεριφορές αυταρχικές, των δασκάλων, των γονέων ή κάθε λογής φορέων της εξουσίας. Η αφήγηση εμπλουτίζεται με παροιμίες, χωριάτικες βωμολοχίες ή καθημερινές φράσεις με το τοπικό βόρειο ιδίωμα και την ντοπιολαλιά της περιοχής. Την Ελένη Τζήκα και το αφηγηματικό της προσωπείο εντυπωσιάζει ο άρρητος πλούτος της φύσης, η ομορφιά των λουλουδιών, η ευγενική διαδοχή των εποχών και, φυσικά, το σχολείο, η μόρφωση, τομέας στον οποίο νιώθει ότι κατέχει καλά ώστε να προκόψει—παρά τα εμπόδια (Το παιχνίδι, Το σχολείο, Τα γράμματα, Μεγάλο σχολειό η φύση).
Στο στόχαστρο της αφηγήτριας βρίσκονται οι δύσκολες συνθήκες της ορεινής κοινότητας στην εποχή της καχεκτικής δημοκρατίας (Εμπόροι και κράτος, Ηλίθιες επιτροπές, Τα νυχτέρια), οι αναγκαίες εργασίες στο χωριό για την επιβίωση (Νυχτερινό σπάσιμο), το προξενιό ως μορφή σύναψης σχέσεων (Πρόωρο προξενειό, Κι άλλο προξενειό), οι διαφορές του φύλου και η αντιμετώπιση των κοριτσιών από τους γονείς/κατοίκους του χωριού (Εσύ είσαι μεγαλύτερη), η αναζήτηση στα ασφυκτικά πλαίσια του χωριού της έμφυλης, θηλυκής χειραφέτησης και η οδυνηρή της ματαίωση (Μαλλιά αγορέ, Για ένα ζευγάρι παπούτσια). Με αφοπλιστική απλότητα η πρωτοπρόσωπη μικρή αφηγήτρια ξετυλίγει επίσης και το νήμα των αντιλήψεων για τον Άλλον, τον διαφορετικό, Σαρακατσάνο ή Πόντιο: «Δεν μπορούσαμε να χωνέψουμε πως υπάρχουν κι άλλες ράτσες εκτός της δικιάς μας. Για παράδειγμα έρχονταν καμιά φορά στο τσαρδάκι μας μια γριά Σαρακατσάνα» (Άλλες ράτσες, Ο Πόντιος και η Ιστορία του).
Οι 57 ιστορίες της Ελένης Τζήκα αποτυπώνουν με λογοτεχνική και κοινωνιολογική ακρίβεια τον δύσκολο βίο των ανθρώπων μιας ορεινής γεωργοκτηνοτροφικής κοινότητας σε όλα της τα πεδία: καθημερινή ζωή, ήθη και έθιμα, κοινωνικές και πολιτισμικές προκαταλήψεις, πατριαρχική ηθική και μορφωτική συνθήκη, βαναυσότητες, ανισότητες και φτώχεια. Ταυτόχρονα όμως τα κείμενα αυτά συνιστούν και έναν ύμνο στην υπεροχή της παιδικής ηλικίας («Το θαύμα των παιδικών θαυμάτων» τιτλοφορείται το καταληκτικό αφήγημα) όπως επίσης συνιστούν και έναν ύμνο—παρά την αυστηρή κριτική— στους τυραννισμένους ανθρώπους του χωριού.
Με τα δικά της λόγια: «Γιατί εγώ τους συγχωριανούς μου, παρόλες τις ελλείψεις τους (και ποιος δεν έχει ελλείψεις;) τους έχω πολύ βαθιά και πολύ ψηλά μέσα στην καρδιά μου. Γιατί τους έχει εξαγνίσει, αγιάσει θα έλεγα, ο μόχθος, ο κόπος και τα βάσανα μιας τυραννισμένης, πικρής ζωής. Κι ακόμα και τις τυχόν αμαρτίες τους τις έχει ξεπλύνει ο αγιασμένος ιδρώτας τους και στα μάτια μου είναι αγνοί και καθαροί σαν τα λευκά κρίνα. Έτσι τους βλέπω κι έτσι τους αγαπώ» (Το χωριό μου, οι χωριανοί μου κι εγώ», σ. 196).
Μικροϊστορικά του Αντώνη Κάλφα




























