Ένα από τα πράγματα που θυμάμαι με νοσταλγία είναι η γιαγιά μου, όταν από μια κρυφή τσέπη της ποδιάς της έβγαζε και μού έδινε χαρτζιλίκι με απόλυτη μυστικότητα, λες και έκανε μια παρανομία. Ήταν ένα χαρτονόμισμα διπλωμένο στα 8, κι όταν το έβαζε στο χέρι μου, μού έλεγε, «Πάρε να πιείς μια πορτοκαλάδα, αλλά να μην το πεις σε κανέναν»!
Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδης
Νομίζω ότι και σήμερα οι γιαγιάδες εξακολουθούν να κάνουν το ίδιο. Παλιά έδιναν δραχμές για πορτοκαλάδα και σάμαλι, σήμερα δίνουν ευρώ για φρέντο καπουτσίνο ή παγωτό.
Η γιαγιά στην ουσία είναι ένα θαύμα. Ένα θαύμα το οποίο έχουμε την τύχη να βιώνουμε και η μορφή που μάς είναι πάντα οικεία.
Αρχικά, όταν είμαστε πολύ μικρά παιδιά, μάς παρακινεί το συμφέρον, αφού είναι το πρόσωπο που λέει σε όλα «Ναι!». Γιατί καμιά γιαγιά δεν χαλά χατίρια στο εγγόνι της. Στην πορεία διαπιστώσαμε πόση σοφία και γνώση αποφέρει η επαφή μας μαζί της.
Η γιαγιά μας είναι το άτομο στον κόσμο, που του εκμυστηρευτήκαμε την πρώτη μας ζαβολιά, γιατί ξέραμε ότι όχι μόνο δε θα μάς μαλώσει, αλλά θα μάς κάλυπτε κιόλας στους γονείς μας, αν χρειαζόταν. Είναι ο σπόνσοράς μας όταν το χαρτζιλίκι μας γινόταν καπνός, το άτομο εκείνο που συγκινήθηκε κι έκλαψε όσο κανείς άλλος όταν κάναμε παρέλαση, όταν αποφοιτήσαμε απ’ το δημοτικό, το γυμνάσιο και το λύκειο και πλάνταξε στο κλάμα όταν φύγαμε για σπουδές. Η γιαγιά μας θα είναι αυτή που θα χαίρεται πάντοτε δυο φορές για εμάς και θα εξακολουθεί να μας κανακεύει ακόμη κι όταν θα έχουμε κι εμείς ίδιοι τα δικά μας παιδιά. Γιατί «του παιδιού της το παιδί, είναι δυο φορές γι΄αυτήν παιδί».






























