Η αλματώδης εξέλιξη των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης προκαλεί έντονη ανησυχία για τη βιωσιμότητα του πλανήτη, καθώς το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα αποδεικνύεται εξαιρετικά βαρύ. Σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις που εξέδωσε το Πανεπιστήμιο των Ηνωμένων Εθνών, η λειτουργία αυτών των προηγμένων τεχνολογιών αναμένεται να επιβαρύνει δραματικά τα παγκόσμια αποθέματα ενέργειας και υδάτων. Το Ινστιτούτο Υδάτων, Περιβάλλοντος και Υγείας του Πανεπιστήμιο των Ηνωμένων Εθνών προειδοποιεί ότι οι αόρατες επιπτώσεις της συγκεκριμένης τεχνολογικής μετάβασης απειλούν άμεσα τη φυσική ισορροπία, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για επανασχεδιασμό του κλάδου με γνώμονα την οικολογική δικαιοσύνη.
Οι συγκλονιστικοί αριθμοί κατανάλωσης ενέργειας και νερού
Οι προβλέψεις των ειδικών για το έτος 2030 αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος, καθώς η ζήτηση σε ζωτικούς πόρους πρόκειται να εκτιναχθεί σε πρωτοφανή επίπεδα. Η ετήσια κατανάλωση πόσιμου νερού από τα συγκεκριμένα υπολογιστικά συστήματα θα προσεγγίσει τον όγκο που απαιτείται για την κάλυψη των βασικών αναγκών 1,3 δισεκατομμυρίων πολιτών, αριθμός που αντιστοιχεί στο σύνολο του πληθυσμού που διαβιProcessor στην υποσαχάρια Αφρική. Παράλληλα, η απαιτούμενη ηλεκτρική ενέργεια πρόκειται να ξεπεράσει κατά τρεις φορές την ετήσια χρήση που πραγματοποιούν 650 εκατομμύρια άνθρωποι.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι δομές αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων (data centres) εκτιμάται ότι θα απορροφούν 945 τεραβατώρες ηλεκτρισμού, μέγεθος σχεδόν τριπλάσιο από την κοινή ετήσια κατανάλωση που καταγράφεται στο Πακιστάν, το Μπαγκλαντές και τη Νιγηρία. Επιπλέον, η γεωγραφική έκταση που θα καταλάβουν οι εν λόγω εγκαταστάσεις θα υπερβεί τα 14.500 τετραγωνικά χιλιόμετρα, καταλαμβάνοντας διπλάσιο χώρο από τη μητροπολιτική περιοχή της Τζακάρτα, όπου κατοικούν περισσότερα από 32 εκατομμύρια άτομα.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μέχρι τώρα αξιολόγηση των επιπτώσεων είναι ελλιπής, καθώς η κοινή γνώμη εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στα αέρια του θερμοκηπίου που εκλύονται κατά τη φάση εκπαίδευσης των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Στην πραγματικότητα, κάθε κιλοβατώρα που δαπανάται κρύβει ένα διπλό αποτύπωμα: αφενός νερού, λόγω των αναγκών ψύξης των μηχανημάτων και της παραγωγής ρεύματος, αφετέρω γης, εξαιτίας των δικτύων εφοδιασμού και των ενεργειακών υποδομών.
Οι παράγοντες αυτοί δεν μεταβάλλονται με τον ίδιο τρόπο. Για παράδειγμα, η αντικατάσταση του άνθρακα από τη βιοενέργεια μπορεί να περιορίσει τις εκπομπές άνθρακα κατά 70%, ωστόσο ενδέχεται να πολλαπλασιάσει τις ανάγκες σε νερό πάνω από 30 φορές και τις απαιτήσεις σε εδάφη εκατονταπλάσια.
Ήδη κατά το έτος 2025, οι συγκεκριμένες ψηφιακές υποδομές απορρόφησαν περίπου 448 τεραβατώρες ηλεκτρικού ρεύματος. Αν οι εγκαταστάσεις αυτές αποτελούσαν ξεχωριστό κράτος, θα καταλάμβαναν την ενδέκατη θέση στην παγκόσμια κλίμακα κατανάλωσης, ξεπερνώντας τη Σαουδική Αραβία και ακολουθώντας αμέσως μετά τη Γαλλία. Παράλληλα, υπολογίζεται ότι μέχρι το 2030 ο όγκος των παραγόμενων ηλεκτρονικών αποβλήτων θα αγγίζει τους 2,5 εκατομμύρια τόνους σε ετήσια βάση.
Το ενεργειακό κόστος ανά εργασία και οι κρυφές ρυθμίσεις
Η απαιτούμενη ενέργεια παρουσιάζει τεράστιες αποκλίσεις ανάλογα με τη φύση της ψηφιακής εντολής που εκτελείται. Για τη διεξαγωγή μιας απλής συνομιλίας με ένα τέτοιο σύστημα δαπανάται περίπου 200 φορές περισσότερη ισχύς σε σύγκριση με μια απλή διαδικασία ταξινόμησης κειμένου.
Ακόμη πιο ενεργοβόρα είναι η δημιουργία οπτικού υλικού, καθώς η παραγωγή μίας και μόνο εικόνας καταναλώνει 1.450 φορές περισσότερο ρεύμα, ενώ η δημιουργία ενός σύντομου βίντεο απαιτεί ενέργεια ίση με εκείνη που χρειάζεται για να υποβληθούν σε επεξεργασία 200.000 ανεπιθύμητα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (spam). Το τελικό περιβαλλοντικό κόστος καθορίζεται από το επιλεγμένο μοντέλο, το μέγεθος του γραπτού μηνύματος (prompt), την ανάλυση και τη μορφή του αποτελέσματος, αν και οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται αυτόματα από προεπιλογές του λογισμικού που παραμένουν μη ορατές στον τελικό χρήστη.
Όπως διευκρινίζει ο καθηγητής Κάβε Μαντάνι, διευθυντής του ινστιτούτου και επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας, τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν επιχείρημα εναντίον της συγκεκριμένης τεχνολογίας, η οποία βελτιώνει την καθημερινότητα δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Αντίθετα, αποτελούν μια σαφή έκκληση για την υπεύθυνη διαχείρισή της, ώστε να αντιμετωπιστούν οι παράπλευρες συνέπειες και να διασφαλιστεί ένα δίκαιο και βιώσιμο μέλλον.
Γεωγραφικές ανισότητες και ζητήματα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης
Η έκθεση αναδεικνύει μια βαθιά ανισότητα στην κατανομή των οφελών και των επιβαρύνσεων της νέας τεχνολογίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ιρλανδία, όπου το 2023 τα κέντρα δεδομένων απορρόφησαν το 21% της συνολικής μετρημένης ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, ξεπερνώντας τις ανάγκες του συνόλου των αστικών νοικοκυριών, γεγονός που ανάγκασε την εθνική αρχή ηλεκτρισμού να παγώσει τις νέες άδειες εγκατάστασης στην περιοχή γύρω από το Δουβλίνο μέχρι το έτος 2028. Στην Ουρουγουάη, η σχεδιαζόμενη κατασκευή μιας αντίστοιχης μονάδας με υψηλές ανάγκες υδροδότησης συνέπεσε με την καταστροφική ξηρασία του 2023, η οποία περιόρισε δραματικά τα αποθέματα πόσιμου νερού στην πρωτεύουσα Μοντεβιδέο.
Την ίδια στιγμή, καταγράφεται ένα έντονο γεωγραφικό χάσμα, καθώς μόλις 32 κράτη σε όλο τον κόσμο διαθέτουν εξειδικευμένα κέντρα υπολογιστικής ισχύος για συστήματα ψηφιακής νοημοσύνης. Το 90% της συνολικής ισχύος συγκεντρώνεται αποκλειστικά σε δύο δυνάμεις, τις ΗΠΑ και την Κίνα, αφήνοντας περισσότερες από 150 χώρες με ελάχιστη ή μηδενική πρόσβαση στην κυρίαρχη αυτή τεχνολογία.
Η κατάσταση αυτή συνιστά ένα μείζον ζήτημα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης. Πολλές από τις αποκλεισμένες χώρες υφίστανται τις αρνητικές συνέπειες, όπως την εξόρυξη κρίσιμων πρώτων υλών και τη διαχείριση των τοξικών ηλεκτρονικών αποβλήτων, χωρίς να απολαμβάνουν τα αντίστοιχα αναπτυξιακά πλεονεκτήματα.
Η δυνατότητα της νέας τεχνολογίας να προσφέρει ευημερία και πρόοδο στην ανθρωπότητα είναι δεδομένη, ωστόσο η δίκαιη κατανομή της αποτελεί πλέον καθαρά ζήτημα πολιτικής διακυβέρνησης και όχι τεχνολογικής επάρκειας, επισημαίνει ο Τσιλίντζι Μαρουάλα, πρύτανης του πανεπιστημίου και αναπληρωτής γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, η διεθνής έκθεση προτείνει τη δημιουργία ενός υπεύθυνου οικοσυστήματος που θα εδράζεται σε έξι θεμελιώδεις αρχές: τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα από το στάδιο του σχεδιασμού, την ισότητα και περιβαλλοντική δικαιοσύνη, την ανάληψη ευθύνης σε όλο τον κύκλο ζωής των υποδομών, τη διεθνή συνεργασία και τη βιώσιμη χρήση των φυσικών πόρων.
Μ.Κουζινοπούλου




























