Την δεκαετία του 1950 η μεγάλη φτώχεια στη χώρα μας ανάγκασε χιλιάδες Έλληνες να ξενιτευτούν. Εκεί στην ξενιτιά έκαναν φοβερή οικονομία στο φαγητό. Την ώρα της δουλειάς έτρωγαν το φαγητό που προσέφερε το εργοστάσιο και στο σπίτι μαγείρευαν σε μια μεγάλη κατσαρόλα χορταστική σούπα για πολλές μέρες, φασουλάδα, φακές, γιουβαρλάκια κλπ. Επίσης μάζευαν από τα χωράφια χόρτα για σαλάτα ή χορτόπιτα και σαλιγκάρια για φαγητό.
Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδης
Σήμερα στη χώρα μας έχουμε φτάσει στο αντίθετο σημείο, να μη μαγειρεύουμε στο σπίτι, αλλά να παραγγέλνουμε τηλεφωνικά ντιλίβερι, να αγοράζουμε έτοιμα φαγητά από σουπερμάρκετ ή να βγαίνουμε για πίτσα κλπ. Μάλιστα ένα από τα μεγαλύτερα σούπερ μάρκετ, ο Σκλαβενίτης ξεκίνησε μια μεγάλη αλλαγή στον χάρτη της ελληνικής εστίασης. Άνοιξε το πρώτο κατάστημα αποκλειστικά για έτοιμο φαγητό, με επένδυση πάνω από 100 εκατ. ευρώ για να δημιουργήσει μια βιομηχανική μονάδα-μαμούθ, ικανή να παράγει 250.000 μερίδες φαγητού ημερησίως. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αυτό απειλεί να σαρώσει τη μικρή εστίαση, το fast food, τις πλατφόρμες delivery, ακόμη και τα καινοτόμα cloud kitchens. Η νέα μόδα του Σκλαβενίτη ονομάζεται «Food to Go».
Πώς ξεκίνησε.
Η παραδοσιακή «γρήγορη» λύση του σύγχρονου Έλληνα, το σουβλάκι, έχει σκαρφαλώσει στα 3,80 με 4,00 ευρώ, με τάση να ανέβει ακόμα περισσότερο. Παρόμοια και τα άλλα fast food, γύρος κλπ. Την ίδια στιγμή, ένα μαγειρείο της γειτονιάς χρεώνει μια μερίδα από 9,00 έως 12,00 ευρώ. Απέναντι σε αυτό, ο Σκλαβενίτης έρχεται να προσφέρει ένα πλήρες πιάτο βιομηχανοποιημένου φαγητού σε τιμές που κυμαίνονται από 2,50 έως 6,8 ευρώ με κρέας. Με 12 έως 25 ευρώ μια τετραμελής οικογένεια έχει έτοιμο, ζεστό φαγητό στο τραπέζι της. Κι αυτό γιατί ζούμε στην εποχή της ακραίας έλλειψης ελεύθερου χρόνου, της απουσίας μαγειρικής γνώσης και συνήθειας από τις νεότερες γενιές και του πληθωρισμού. Οι περισσότεροι νέοι μας δεν ξέρουν ούτε να τηγανίσουν δυο αυγά και τα καλομαθημένα παιδιά μας σιχαίνονται το σπανακόρυζο και θέλουν να τρώνε κρεατικά και κιμά.
Απ’ την άλλη μεριά, είναι αλήθεια ότι υποφέρουμε από την μεγάλη ακρίβεια, ότι τα λεφτά μας δεν φτάνουν κι ότι στις 15 του μήνα έχει αδειάσει το πορτοφόλι μας. Μήπως, λοιπόν, θα πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην μεγάλη οικονομία και στην σπιτική κατσαρόλα όπως έκαναν παλιά οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας;






























