Στην εφημερίδα «Ολύμπιο Βήμα» φιλοξενούμε τον συγγραφέα κύριο Θοδωρή Δεύτο με αφορμή το νέο βιβλίο του «Τα τρένα που δεν έφτασαν ποτέ», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Χάρτινη Πόλη. Η αφετηρία είναι μια πραγματική σιδηροδρομική τραγωδία, στο Δερβένι, τον Σεπτέμβριο του 1968. Ένα γεγονός χαράζει ρωγμές που δεν κλείνουν, η μνήμη γίνεται αόρατη δύναμη, και μια χώρα μπορεί να διαλέξει τη σιωπή αντί για κάθαρση.
Δύο αδέλφια μεγαλώνουν χωριστά, σαν να τους έκοψε η ζωή στη μέση, κι ένας δεσμός που έπρεπε να είναι αυτονόητος γίνεται κενό που τους ακολουθεί. Ο Μενέλαος τραβά σκοτεινούς δρόμους, η Κοραλία μεγαλώνει σε μια θετή οικογένεια που της δίνει ασφάλεια αλλά της στερεί το παρελθόν, μέχρι που στα δεκατέσσερά της μαθαίνει ότι υπάρχει ένας μεγαλύτερος αδελφός. Και τότε αρχίζει η αναζήτηση…
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κύριε Δεύτο, ξεκινάτε από μια πραγματική τραγωδία, αλλά δεν γράφετε για τη σύγκρουση. Γράφετε για το μετά. Τι σας έκανε να επιμείνετε στις συνέπειες και όχι στη στιγμή που όλα σπάνε;
Θ.Δ.: : Γράφω και για το πριν, γιατί οι αναγνώστες πρέπει να γνωρίσουν τους ήρωες και τις διαδρομές τους, αλλά κυρίως για το μετά. Γιατί για μένα σημασία έχει τι γίνεται μετά, από ένα τόσο τραγικό δυστύχημα. Για τις συνέπειες προκύπτουν, για τις ευθύνες αυτής της συνθήκης, για τα προβλήματα που ανακύπτουν, για τους ανθρώπους που χάθηκαν, για τους τραυματίες που συνεχίζουν να ζουν, άλλοι ακρωτηριασμένοι, άλλοι με τεράστια ψυχολογικά θέματα και πάντως, όχι ανεπηρέαστοι απ’ ότι τους έλαχε στη ζωή τους.
Η Ελλάδα της ιστορίας μοιάζει να διαλέγει τη σιωπή αντί για κάθαρση. Τι κάνει αυτή η σιωπή στους ανθρώπους σας, τους προστατεύει ή τους κόβει την ανάσα;
Θ.Δ.: Η σιωπή την δεδομένη στιγμή, μην ξεχνάτε ότι είχαμε Χούντα στην Ελλάδα το 1968, ήταν αναγκαστική. Ποιός τολμούσε να μιλήσει, να διαμαρτυρηθεί; Η σιωπή λοιπόν τους προστάτευε από περαιτέρω περιπέτειες, αν και πολλοί από αυτούς που πονούσαν από τον χαμό αγαπημένων προσώπων ή τραυματιών θα ήθελαν να εκφραστούν δυνατά. Αν το επιχειρούσαν, εύκολα θα μπορούσαν να βρεθούν κάποιος στα ξερονήσια της Μακρονήσου ή του Αϊ Στράτη, για μια τους κουβέντα ή ένα υπονοούμενο εναντίον του καθεστώτος.
Δύο αδέλφια μεγαλώνουν χωριστά. Ποιο ήταν το πιο δύσκολο να αποδώσετε, την αγάπη που υπάρχει χωρίς να έχει ζήσει ή την απώλεια που μεγαλώνει χωρίς να έχει όνομα;
Θ.Δ.: Ο μεγαλύτερος από τα αδέρφια, ο Μενέλαος, που είχε αίσθηση του χρόνου και της συνθήκης που διαμορφώθηκε, έκανε τέτοιες επιλογές που πολύ μικρά περιθώρια του άφηναν να σκεφτεί την μικρή του αδερφή, που την έχασε μετά το δυστύχημα, αν και την είχε σώσει, χάρη στην οξυδέρκειά του. Από την άλλη, η αδερφή του η Κοραλία ήταν τόσο μικρή, που με το πέρασμα των χρόνων σβήστηκε από το παιδικό της μυαλό η ύπαρξη ενός μεγαλύτερου αδερφού. Το δυσκολότερο σημείο για μένα, ήταν η στιγμή που η θετή της μητέρα της αποκάλυψε ότι είχε έναν μεγαλύτερο αδερφό.
Ο Μενέλαος μπαίνει σε παραβατικά μονοπάτια. Τον γράψατε ως επιλογή ή ως αποτέλεσμα μιας ζωής που τον έσπρωξε; Και πού σταματά η «μοίρα» και αρχίζει η ευθύνη;
Θ.Δ.: Νομίζω τον έσπρωξε η ίδια η ζωή και ο πολύ δύσκολος χαρακτήρας που διαμορφώθηκε, από την γέννησή του, θα έλεγα. Θεωρώ ότι η μοίρα τον οδηγούσε πάντα και η ευθύνη για τον ίδιο, ήταν μια έννοια άγνωστη.
Η Κοραλία μεγαλώνει σε μια καλή θετή οικογένεια, αλλά της λείπει το παρελθόν. Τι θέλατε να πείτε για την προστασία που μοιάζει αγάπη, αλλά αφήνει κενά που κάποτε απαιτούν απαντήσεις;
Θ.Δ.: Θέλω να πω, ότι είναι πολύ δύσκολη για την οικογένεια που υιοθετεί ένα παιδί η στιγμή της αποκάλυψης της αλήθειας, γιατί πάντα εμφιλοχωρεί ο κίνδυνος να αντιδράσει έντονα και να το χάσει για πάντα, παρά να αντιδράσει ήπια και να αναγνωρίσει την προσφορά της θετής οικογένειας, εφ’ όσον έχει περάσει καλά μαζί της, όπως συμβαίνει στην ιστορία μας. Πάντα όμως κατά την άποψή μου, οι απαντήσεις πρέπει να δίνονται.
Στα δεκατέσσερά της μαθαίνει ότι έχει αδελφό και ξεκινά να τον αναζητά. Τι αλλάζει μέσα της όταν η αναζήτηση δεν είναι περιέργεια, αλλά ανάγκη να καταλάβει ποια είναι;
Θ.Δ.: Αλλάζουν τα πάντα. Αλλάζει η ψυχολογία της, αλλάζει η αίσθηση ότι ίσως στο μέλλον θα μπορέσει να ακουμπήσει σ’ ένα δικό της άνθρωπο. Αλλάζουν οι χρόνοι που θέλει να καλύψει και τα όνειρα που μπορεί να κάνει. Η αίσθηση ότι ένας δικός μου άνθρωπος με περιμένει και μάλιστα είναι αυτός που με έσωσε από τον θάνατο, αναπτερώνουν το ηθικό και την ψυχολογία του ατόμου.
Υπάρχει μια γυναίκα που κουβαλά σημάδια στο σώμα και αφήνει κομμάτι της ζωής της στα συντρίμμια. Πώς γράφεται το τραύμα χωρίς να γίνει θέαμα, αλλά και χωρίς να «σβήσει» για να αντέχεται;
Θ.Δ.: Μπορεί να σβήσει; Μπορεί να ξεπεραστεί μια τέτοια απώλεια που σε βασανίζει κάθε στιγμή; Αυτή τη γυναίκα, την Γιαννούλα, την γνωρίζω 60 χρόνια. Πάντα ήταν με το χαμόγελο στα χείλη. Ποτέ δεν επέτρεψε στους γύρω της να την λυπηθούν, να πουν ‘’ η καημένη η Γιαννούλα!”. Ήταν πάντα παρούσα, στα πανηγύρια, στα γλέντια, σε κάθε εκδήλωση που γινόταν στο χωριό το καλοκαίρι, που ερχόταν για διακοπές. Είναι ένα άτομο που θαυμάζω πολύ.
Το βιβλίο μιλά για ενοχή που κληρονομείται. Ποια ενοχή σας απασχολεί περισσότερο εδώ, η ενοχή του επιζώντα, η ενοχή της οικογένειας που έκρυψε, ή η ενοχή μιας κοινωνίας που κάνει πως δεν θυμάται;
Θ.Δ.: Ο επιζών δεν αισθάνεται καμία ενοχή, γιατί να αισθανθεί άλλωστε. Δοξολογεί τον θεό που σώθηκε. Περισσότερο απ’ όλα, με απασχολεί η ενοχή της κοινωνίας που κάνει πως δεν θυμάται και κάνει πως αιφνιδιάζεται κάθε φορά που συμβαίνει ένα αντίστοιχο συμβάν. Είναι μια υποκριτική ενοχή αυτή θεωρώ.
Λέτε ουσιαστικά ότι η αγάπη δεν εγγυάται λύτρωση. Τι θεωρείτε λύτρωση μέσα σε αυτή την ιστορία, να βρεθεί η αλήθεια ή να αντέξουν να τη ζήσουν;
Θ.Δ.: Αποδείχτηκε εν τοις πράγμασι ότι η αγάπη και μάλιστα η αδερφική, δεν λύτρωσε τις ψυχές τους. Επομένως θα προσέγγιζα την δεύτερη επιλογή, δηλαδή λύτρωση θα ήταν να μπορέσουν να αντέξουν να ζήσουν αυτή την αγάπη όσο πιο ήρεμα και ρεαλιστικά θα μπορούσαν.
Ο τίτλος «Τα τρένα που δεν έφτασαν ποτέ» τι σημαίνει για εσάς, τους ανθρώπους που χάθηκαν, τις ζωές που δεν έζησαν, ή τις συναντήσεις που άργησαν τόσο ώστε να γίνουν πληγή;
Θ.Δ.: Ο τίτλος συμπεριλαμβάνει πολλά πράγματα, όπως την απογοήτευση που στην χώρα μας δεν καταφέραμε ΠΟΤΕ να έχουμε αξιόπιστους σιδηροδρόμους, τους ανθρώπους που χάθηκαν και δεν κατάφεραν ποτέ να ζήσουν το όνειρό τους, την οικογένεια που δεν χάρηκε την ζωή με τα παιδιά της, το χαμένο μέλος της Γιαννούλας που δεν αναπληρώθηκε και πολλά άλλα.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Θ.Δ.: Η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί να βοηθήσει στην διαμόρφωση χαρακτήρων, να επηρεάσει πράγματα και καταστάσεις, αλλά δεν θεωρώ ότι μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία, ειδικά στην χώρα μας που η λογοτεχνία δεν διδάσκεται επαρκώς στα παιδιά μας μέσα από τα σχολεία μας.





























