Η τελευταία ποιητική συλλογή του Αντώνη Κάλφα με τίτλο: Από εδώ, από αυτήν εδώ την άδικη άκρη του κόσμου είναι η ενδέκατη στην πλούσια λογοτεχνική παραγωγή του Κατερινιώτη ποιητή. Δεκατέσσερα (14) ποιήματα, τα οποία συγγράφηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους αλλά στην παρούσα συλλογή συνυφαίνονται σε μια συνεκτική αφήγηση. Ο θεματικός πυρήνας της συλλογής προσιδιάζει στη συνήθη πρακτική του ποιητή να εξορύσσει σπαράγματα «φαρμακειών και πληγωμάτων» από το κοίτασμα της μνήμης, αλλά αυτή τη φορά με εντονότερη την αδυναμία συνύπαρξης με την μικρόνοη πραγματικότητα, όλων των ανόητων-πολιτισμένων και ξοφλημένων που δεν έχουν καμία «δυνατότητα διαπαιδαγώγησης», αλλά και την αναγνώριση μιας αμετάκλητης ήττας. Οι προθέσεις αυτές προοικονομούνται ήδη από τα μότο της συλλογής και ειδικά στον στίχο εκείνου του Παλαιστίνιου «λυρικού αηδονιού», του Μαχμούντ Νταρουίς· «Εν αρχή, ούτε η πράξη, ούτε ο λόγος. Εν αρχή… η ήττα». Για ποια, όμως, ακριβώς ήττα κάνει λόγο ο ποιητής;
Η ποιητική αφήγηση, με τον γλυκόπικρο λυρισμό της, αναπτύσσεται αργόσυρτα μέσα από δαιδαλώδεις τοποφιλικές αναμνήσεις των παιδικών χρόνων, τις μουσικές των αγρών, τα βαθύσκια ιερά βουνά, τα υδατογενή χόρτα, το οργωμένο χώμα και τα σταροχώραφα, και στη συνέχεια προς τα εκκωφαντικά κρεσέντο της ιστορικής δυστοπίας των κρεματορίων, των λιθοβολημένων γυναικών, των σωμάτων της φτώχειας, των άσιτων παιδιών των καταναλωτικών οθονών, των «εφαρμοσμένων» συμβάσεων της καθημερινότητας, της ιλαρής πλην εκμεταλλεύσιμης φλυαρίας των τεχνολογικών δικτύων. Οι λεξιλογικοί εικονισμοί αντλούνται από τον λυρικό απόθεμα του ποιητή που είναι, στην ώριμή τους πια φάση, λεπτομερώς αναγνωρίσιμοι, όπως τα αγάλματα και οι μαρμάρινες προτομές, η παιδική ηλικία, η απέραντη θάλασσα, τα δέντρα, ο πατέρας, τα διαβατήρια έθιμα και οι γιορτές, οι τρεχούμενες κοιλάδες, τα χόρτα, τα πουλιά που οδεύουν προς το φεγγάρι, το ίδιο το φεγγάρι, οι χιονισμένοι κήποι και ο ίδιος ο κήπος ανθισμένος, το σύμπαν των αστεριών, οι μνήμες της Ιωνίας. Όλα συνταιριασμένα, με μια λογική «έκκεντρη», που διατηρεί όμως αλώβητο τον ευρύτερο νοηματικό πυρήνα, που είναι η ελλειπτική περιγραφή του βασικού ανθρωπολογικού διπόλου, που χαρακτηρίζει την παρούσα αντιφατικότητα του κόσμου, αφενός μεν της κακότητας (χαμέρπειας) και αφετέρου της ομορφιάς (όπως έχουμε επισημάνει και παλαιότερα).
Και για να επανέλθουμε στο θέμα μας. Τι εφευρίσκει ο ποιητής για να διασωθεί από την περίκλειστη γωνιά του κόσμου όπου αυτό-εγκλωβιστήκαμε; Πώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο της ποίησης στη λαίλαπα της «κατασκευασμένης μνήμης»; Ποια είναι η απάντησή του στον σημερινό κορεσμό της έντυπης, άνευρης ποίησης, που δεν σκοπεύει σε τίποτα περισσότερο παρά στην αυτοαναφορικότητα; Δεν υπάρχει σαφής απάντηση. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι τα τελευταία χρόνια πειραματίζεται σοβαρά με τη θεατρική αναπαράσταση της ποίησης του, στοιχείο το οποίο εκ προοιμίου, αποδεικνύει την επιθυμία του να αναμετρηθεί και με κάτι απτικότερο και υλικότερο της έντυπης μορφής της. Κι αυτό που ξεκίνησε ως προσεκτική δοκιμή με τη δραματουργική αναπαράσταση της ποιητικής του συλλογής «Με τα διασωθέντα της πίστης κειμήλια» (2009) και «Το τελευταίο τσιγάρο» το 2017, συνεχίστηκε σε συνειδητή επιλογή με τις «Κρύπτες στον παράδεισο» το 2023 και με το «Από εδώ, από αυτήν εδώ την άδικη άκρη του κόσμου». Και στις τρεις περιπτώσεις ηθικός αυτουργός της μεταγραφής είναι το Θέατρο «Πήγασος» της Κατερίνης και ειδικότερα ο γνωστός Κατερινιώτης σκηνοθέτης και ηθοποιός Χάρης Αμανατίδης.
Πρώτα απ΄ όλα η σκηνοθεσία του Αμανατίδη δεν μεταγράφει απλώς το ποιητικό κείμενο σε σκηνική παρουσία, αλλά τη μεθερμηνεύει με βάση τη δική του πρόσληψη αυτού που ο ποιητής ονομάζει «δροσερή λήθη» και «φόβο της ήττας». Για τον σκηνοθέτη, όμως, η «ήττα» είναι κάτι άλλο· είναι η κατάπαυση της τέχνης και η αδυναμία της κοινωνικής δράσης. Στο παραστασιακό επίπεδο η κατεύθυνση αυτή αναγνωρίζεται στις λιτές, αλλά άκρως ευρηματικές σκηνοθετικές επιλογές. Η σωματική ένταση και η δυναμική λειτουργία των συμβόλων, όπως η αιώρα, τα ερριμμένα άνθη, τα υφασμάτινα δεσμά, το πένθιμο βέλο κ.ά. συνυφαίνουν την ατμόσφαιρα λυρισμού, αλλά και προετοιμασίας για δράση. Πόσο πιο δηλωτικό των προθέσεων του σκηνοθέτη θα μπορούσε να είναι παρά το εικονοστάσι με τη φωτογραφία του «αγίου» Ερνέστο Τσε Γκεβάρα; Με άλλα λόγια εκεί όπου ο ποιητής αποκρύπτει ελλειπτικά, ο σκηνοθέτης αποκαλύπτει σωματικά.
Το corpus instrumentale που μετασχηματίζει επί σκηνής τις σκηνοθετικές προθέσεις είναι η ηθοποιός Δανάη Αμανατίδου. Η Αμανατίδου σε πλήρη καλλιτεχνική ωριμότητα και καλλιτεχνικό σφρίγος, επιτελεί στη σκηνή το ποιητικό κείμενο, με σωματικότητα και ανεπιτήδευτη καλλιτεχνική αλήθεια. Το σώμα της ηθοποιού δεν είναι απλώς το πάσχον σώμα, αλλά το ίδιο το πάθος που μετασχηματίζεται σε λόγο και κίνηση. Η ατέρμονη ενέργεια της σωματικής αναπαράστασης δεν προκύπτει τυχαία. Η Αμανατίδου έχει ασκηθεί στο σωματικό θέατρο, γνωρίζει θεωρητικά και εμπειρικά τη βαθιά δυναμική του λόγου και το κυριότερο διαθέτει υψηλό το αίσθημα της σκηνικής προθετικότητας. Βρίσκεται εκεί ενσυνείδητα· διότι η θεατρική ανοικείωση (το Μπρεχτικό verfremdungseffekt), παραμένει κενό γράμμα, εάν η ίδια η ζωή του ηθοποιού δεν διαπνέεται από πραξιακή αντισυμβατικότητα.
Στο διπλό ερώτημα, πώς μπορεί το σώμα να αποδώσει την ποίηση ή πώς μπορεί η ποίηση να εμπνεύσει το σώμα, η συγκεκριμένη παράσταση δεν είναι απλώς μια απάντηση, αλλά η συγκεκριμένη και μοναδική απάντηση, που δίνουν συνολικά ο σκηνοθέτης, η ηθοποιός, ο ποιητής και οι επιμελητές/τριες του φωτισμού (Κώστας Παπουτσίδης), των σκηνικών και των κοστουμιών (Βέτα Χαϊλατζίδου) και της μουσικής (Νατάσας Ιωαννίδου). Και είναι μοναδική η απάντηση, γιατί είναι σχεδόν αδύνατο αυτό το ίδιο το ποιητικό κείμενο να αναπαρασταθεί με την ίδια σκηνική επιτέλεση από άλλο θεατρικό σύνολο. Με αυτήν την έννοια τη παράσταση είναι κάτι ανάμεσα στην performance και στο συμβατικό θέατρο, επί της ουσίας μία μεταδραματική μορφή που πλάθεται και αναπλάθεται επί σκηνής με πρωτογενή υλικά το ποιητικό κείμενο και κυρίως το σώμα.
Ποιο μπορεί να είναι το επιμύθιο σε σχέση και με το βασικό μας ερώτημα: «τι μπορεί να μας διασώσει από τη θανατερή και περίκλειστη γωνιά του κόσμου όπου αυτό-εγκλωβιστήκαμε;» Η ποίηση ή η δράση; Η ιδέα ή το σώμα; Η τέχνη ή η ζωή; Η προσωπική μας ερμηνεία κλείνει περισσότερο στην κριτική συνέργεια, αλλά και στην ετεροβαρή κατεύθυνση προς τα δεύτερα. Άλλωστε σε ανύποπτο χρόνο και ο ποιητής μάς «κλείνει το μάτι»:
«ο κόσμος πάει να διαλυθεί / σαν κάτι να έχει σπάσει εντός του / μπορώ να σκεφτώ τον θάνατο ή την εξέγερση / ή τον εξευτελισμό / κυρίως όμως μπορώ να κουμαντάρω το σώμα μου» (V, 16-17).
Κι ένα αναγκαίο υστερόγραφο. Από τυπογραφικής άποψης η ποιητική συλλογή είναι ένα κόσμημα, που οφείλεται πρώτα απ΄ όλα στην καλαισθησία των εκδόσεων της Κοζανίτικης «Παρέμβασης» του Βασίλη Καραγιάννη. Θαυμάσια για μια ακόμη φορά και τα σχεδιαστικά χαρακτηριστικά από τον «συνήθη ύποπτο» καλλιτέχνη-γραφίστα Σπύρο Τσιλιγκιρίδη. Το lay out λειτουργεί ως πραγματικό εικονιστικό διακείμενο, «δια-εικονίζοντας» τον ποιητικό λόγο με το λεξιλόγιο της γραμματικής της οπτικής αντίληψης.
Με αφορμή το ποιητικό βιβλίο του Αντώνη Κάλφα, Από εδώ, από αυτήν εδώ την άδικη άκρη του κόσμου (Κοζάνη: Παρέμβαση, 2025. Σχέδια: Σπύρος Τσιλιγκιρίδης.) και τη δραματουργική του αναπαράσταση από το Θέατρο Πήγασος (Κατερίνη)
Του Νικόλαου Γραίκου




























