Η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά σε υπαρξιακή κρίση βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα μιας ιστορικής εκλογικής κατάρρευσης. Εγκλωβισμένη ανάμεσα στην πολιτική παραλυσία της σοσιαλδημοκρατίας και την ιδεολογική αδράνεια, αδυνατεί να εμπνεύσει — επιλέγοντας τη συντηρητική διαχείριση ρίσκου αντί της γνήσιας πολιτικής πεποίθησης. Σύμφωνα με την ανάλυση του συμβούλου πολιτικής της ΕΕ Rodrigo Vaz στο Social Europe, η κρίση ταυτότητας της προοδευτικής Αριστεράς δεν είναι οργανωτική ή επικοινωνιακή, αλλά βαθύτατα ιδεολογική — και η άνοδος της λαϊκιστικής Δεξιάς στην Ευρώπη αποτελεί το άμεσο της αποτέλεσμα.
Η παγίδα του ελάχιστου κοινού παρονομαστή
Στην προσπάθειά τους να συγκρατήσουν τεράστιους και ετερόκλητους εκλογικούς συνασπισμούς — από παραδοσιακούς συνδικαλιστές μέχρι φιλελεύθερους αστούς προοδευτικούς και από δημοσιονομικούς παρατηρητές μέχρι ριζοσπάστες οικολόγους — οι κομματικές ηγεσίες της κεντροαριστεράς έχουν υιοθετήσει μια πολιτική συνεχούς υποχώρησης. Ο στόχος δεν είναι πλέον η αλλαγή, αλλά η αποφυγή των εσωτερικών τριβών.
Όταν η πολιτική φιλοδοξία αντικαθίσταται από τη στείρα διαχείριση κινδύνου και τα μηνύματα δοκιμάζονται εξαντλητικά σε focus groups προτού καν ακουστούν δημόσια, το αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτο: μια επίπεδη, άοσμη και αδιάφορη πολιτική πρόταση. Η κεντροαριστερά χάνει την ικανότητά της να αναλαμβάνει ρίσκα, να δίνει μάχες και να προσφέρει οράματα που δεν έχουν ξανακουστεί. Αντ’ αυτού, προσφέρει απλώς περισσότερα από τα ίδια — αποτυγχάνοντας να απαντήσει στις πραγματικές αγωνίες των πολιτών.
Οι προκλήσεις της εποχής — στεγαστική κρίση, ανεξέλεγκτη ακρίβεια, αυξανόμενες ανισότητες, κλιματική κρίση — απαιτούν ριζοσπαστικές τομές. Όταν ένα προοδευτικό κόμμα τις αντιμετωπίζει με ημίμετρα για να διατηρήσει εσωτερικές ισορροπίες, η αποτυχία είναι προδιαγεγραμμένη.
Τα αδιέξοδα σε Γερμανία και Βρετανία
Το πιο διδακτικό παράδειγμα έρχεται από τη Γερμανία, με τον κυβερνητικό συνασπισμό του «φωτεινού σηματοδότη» — SPD, Πράσινοι και FDP. Ο συνασπισμός πέρασε τον τελευταίο χρόνο της θητείας του απολύτως εγκλωβισμένος σε ένα διαρκές τριπλό αδιέξοδο: δημοσιονομική πολιτική, ενεργειακή μετάβαση και οικονομικές μεταρρυθμίσεις έμειναν ανεκπλήρωτα. Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης οδηγήθηκε σε επικίνδυνη στασιμότητα — και το καθοριστικό χαρακτηριστικό αυτής της κυβέρνησης δεν ήταν το έργο που παρήγαγε, αλλά αυτό που δεν βρήκε το θάρρος να εφαρμόσει.
Στη Μεγάλη Βρετανία, το Εργατικό Κόμμα παρουσιάζει παρόμοια συμπτώματα. Σκάνδαλα υψηλού προφίλ σε συνδυασμό με εμφανή διστακτικότητα απέναντι σε οποιαδήποτε δομική μεταρρύθμιση αποκαλύπτουν μια ηγεσία που φοβάται να συγκρουστεί. Υπό τον φόβο αποξένωσης τμημάτων της εκλογικής βάσης, το Εργατικό Κόμμα θυσιάζει το πολιτικό του στίγμα στον βωμό της καθολικής αποδοχής — και καταλήγει να μην εμπνέει ούτε τα μέλη του.
Η εξαίρεση της Ισπανίας
Μέσα σε αυτή την εικόνα, υπάρχει μια φωτεινή εξαίρεση που υποδεικνύει εναλλακτικό δρόμο: ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ και το PSOE. Σε αντίθεση με τους ευρωπαίους ομολόγους του, ο Σάντσεθ επέλεξε συνειδητά να αγνοήσει την πολιτική της απόλυτης ασφάλειας. Πήρε τεράστια πολιτικά ρίσκα, συγκρούστηκε ανοιχτά με ισχυρά κατεστημένα συμφέροντα και προώθησε ριζοσπαστικές πολιτικές. Η στάση αυτή αποδεικνύει ότι, όταν η κεντροαριστερά παρουσιάζει ένα σαφές και συγκρουσιακό αφήγημα υπέρ των πολλών, μπορεί όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να κυριαρχήσει, κινητοποιώντας ξανά την κοινωνική της βάση.
Η άνοδος της λαϊκιστικής Δεξιάς
Το τίμημα της συναινετικής και υποτονικής κεντροαριστεράς το πληρώνει ολόκληρο το δημοκρατικό σύστημα. Όταν οι προοδευτικές δυνάμεις λειτουργούν ως υπερασπιστές του status quo, το κενό που δημιουργείται καλύπτεται ταχύτατα από την ακροδεξιά. Αυτός ο χώρος ελκύει τους απογοητευμένους ψηφοφόρους ακριβώς επειδή προβάλλει αυτό που λείπει: την ενέργεια της «πεποίθησης», έστω και αν είναι προσποιητή και εν τέλει καταστροφική. Προσφέρει αυστηρές — αν και συχνά επικίνδυνα απλοϊκές — απαντήσεις, και εμφανίζεται πρόθυμη να γκρεμίσει το υπάρχον σύστημα. Η έλλειψη πάθους από την κεντροαριστερά κάνει την ορμή της λαϊκιστικής Δεξιάς να φαντάζει ως η μόνη ζωντανή εναλλακτική.
Η ανάγκη για γενναίες αποφάσεις
Η προοδευτική παράδοση της Ευρώπης — που στο παρελθόν οικοδόμησε το κοινωνικό κράτος και κατοχύρωσε ιστορικά δικαιώματα — δεν έχει πεθάνει. Έχει όμως παγιδευτεί σε μια τεχνοκρατική λογική μικροδιαχείρισης.
Όπως υπογραμμίζει η ανάλυση, η διάσωση της κεντροαριστεράς από την επερχόμενη εκλογική εξαφάνιση δεν θα έρθει μέσα από καλύτερες εκστρατείες επικοινωνίας, πιο έξυπνα σλόγκαν ή προσεκτικά ζυγισμένα μηνύματα αλγορίθμων. Η απάντηση είναι καθαρά πολιτική: οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να ανακαλύψουν ξανά το θάρρος τους, να εγκαταλείψουν την παρηγορητική ασφάλεια του συμβιβασμού και να τολμήσουν να προτείνουν ρηξικέλευθες λύσεις. Μόνο μέσα από γενναίες επιλογές μπορεί η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά να βγει από το αδιέξοδο και να πείσει ξανά ότι αποτελεί μια ζωντανή δύναμη ελπίδας και αλλαγής.
Πηγή: in.gr






























